Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Οι επικίνδυνες απειλές για την παγκόσμια ειρήνη – 2018: Θα είναι η χρονιά του μεγάλου πολέμου;

Ο κόσμος κατάφερε να διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του 2017 χωρίς την επιστροφή μιας κατακλυσμικής σύγκρουσης δυνάμεων. Σε μερικές περιοχές του κόσμου (κυρίως στην Συρία) οι εντάσεις έχουν μειωθεί σημαντικά. 

Σε άλλες, οι ήδη δύσκολες καταστάσεις έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Ακολουθούν πέντε κρίσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλη σύγκρουση κατά την διάρκεια του 2018.

Βόρεια Κορέα

Η Βόρεια Κορέα είναι αναμφισβήτητα η σοβαρότερη κρίση της εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος. Η επιτυχία της ΛΔΚ στην ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων, σε συνδυασμό με τη διπλωματική τακτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δημιούργησαν μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση.

Αφού επανειλημμένα διεξήγαγε πυραυλικά και πυρηνικά τεστ κατά την τελευταία δεκαετία, η Βόρεια Κορέα δεν δείχνει καμιά τάση να «καταρρεύσει» υπό πίεση των ΗΠΑ.

Για να περιπλεχθεί ακόμη περισσότερο το πρόβλημα ΗΠΑ και Βόρεια Κορέα έχουν και οι δυο τους ουσιαστικά κίνητρα για το πρώτο πλήγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες για να καταστρέψουν τις επικοινωνίες και τις εγκαταστάσεις προτού οι πύραυλοι εκτοξευθούν και οι Βορειοκορεάτες προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια κατάσταση. Θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει η κατάσταση και να βρεθούν μπλεγμένες Ιαπωνία και Κίνα σ’ έναν πόλεμο που γρήγορα θα λάμβανε παγκόσμιες διαστάσεις.

Ταϊβάν



Οι πρόσφατες επιθετικές δηλώσεις Κινέζων στρατιωτικών και διπλωματών δείχνουν ότι κάποιοι στην Κίνα πιστεύουν ότι η στρατιωτική ισορροπία έχει μετατοπιστεί προς όφελός τους. Αυτή η αντίληψη είναι σχεδόν σίγουρα πρόωρη, και μάλλον δεν μοιράζεται η ισορροπία της ηγεσίας της Κίνας, αλλά παρ `όλα αυτά παραμένει αρκετά επικίνδυνη.

Η Κίνα έχει επίσης εντείνει την στρατιωτική δραστηριότητά της στην περιοχή, αν και δεδομένου του συνεχώς αυξανόμενου στρατιωτικού προφίλ της αυτό θα μπορούσε να ειπωθεί για σχεδόν κάθε περιοχή κατά μήκος των συνόρων της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν καταδικάζοντας τις κινεζικές κινήσεις και ανακοινώνοντας μεγάλες πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν. Πρόβλημα όμως προκαλεί αυτή η στάση των ΗΠΑ την στιγμή που ζητά από την Κίνα την στήριξή της για ισχυρότερες κυρώσεις απέναντι στο καθεστώς της Πιονγιάνγκ.

Για μια σχέση που απαιτεί προβλεψιμότητα και προσεκτική διπλωματία, σημαντικοί παράγοντες στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνονται πρόθυμοι να υιοθετήσουν την αβεβαιότητα, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφικές συγκρούσεις.

Τα νότια σύνορα του ΝΑΤΟ



Οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και της Τουρκίας έχουν σχεδόν καταρρεύσει κατά το τελευταίο έτος, σε αντίθεση όμως με τις σχέσεις Άγκυρας-Μόσχας καθώς έχουν δει μια σημαντική προσέγγιση μετά από στρατιωτικές αψιμαχίες το 2015.

Ειδικότερα το τελευταίο πλέγμα έρχεται από την πρόσφατη διπλωματική νίκη της Τουρκίας στον ΟΗΕ για το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού που καλεί τις ΗΠΑ ν’ αναθεωρήσουν την απόφασή τους ν’ αναγνωρίσουν την Ιερουσαλήμ ως πρώτευσα του Ισραήλ και να μεταφέρουν εκεί την πρεσβεία τους εντός 6 μηνών.

Η αποξένωση της Τουρκίας από την ΕΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που συμβολίζεται από την απόκτηση νέου ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού, θα μπορούσε να σημάνει μια σημαντική μετατόπιση της περιφερειακής ισορροπίας εξουσίας.

Βεβαίως, ούτε η Τουρκία, η Ρωσία, αλλά ούτε και οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν τον πόλεμο ως έναν λογικό τρόπο επίλυσης της νέας διπλωματικής κατάστασης.

Αλλά η Τουρκία είναι μια εξαιρετικά σημαντική χώρα και η εξωτερική της πολιτική επηρεάζει την έκβαση των συγκρούσεων σε Συρία, Ιράκ, τις σχέσεις με το Ιράν, τα Βαλκάνια και τον Καύκασο.

Μία «μετατόπιση» των διπλωματικών προσανατολισμών της Άγκυρας θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα κατά το μήκος των συνόρων της – ιδίως όσον αφορά την κουρδική φιλοδοξία για κρατική υπόσταση – και θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον κύκλο ισχύος και κινδύνου στην διαμάχη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Τέτοιες εξελίξεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο σκέψης των νοτιοευρωπαϊκών κρατών για την δέσμευσή τους στο ΝΑΤΟ.

Μέση Ανατολή



Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή περιέχουν σχεδόν πάντα τους «σπόρους» για μια γενικευμένη σύγκρουση ακόμα και αν αυτές σπάνια «ανθίζουν». Την στιγμή που ο πόλεμος στην Συρία ενάντια στις τρομοκρατικές ομάδες των ισλαμιστών και το αυτοαποκαλούμενο «Ισλαμικό Κράτος» (ISIS) η αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας έρχεται στο προσκήνιο.

Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να εμφανίζεται επιθετική απέναντι σε κάθε πολιτική της Τχεράνης την στιγμή που η επιρροή της αυξάνεται στο Ιράκ, την Συρία και άλλου στην Μέση Ανατολή.

Την στιγμή που η διοίκηση Τραμπ έχει δεχθεί την νίκη του Μπασάρ αλ Άσαντ στην Συρία διοχετεύει τις δυνάμεις της προς την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης επιρροής του Ιράν στην περιοχή. Αυτό δίνει μια δυνητική «λευκή επιταγή» στην Σαουδική Αραβία για την δράση της στην Υεμένη και αλλού μια εξέλιξη που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε υπερβολική εμπιστοσύνη στο Ριάντ.

Θα μπορούσαν Ριάντ και Τεχεράνη να περιορίσουν τον πόλεμό τους; Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει στον Κόλπο και πριν, χωρίς να καταπνίξει τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά το Ριάντ έχει επιδείξει σαφή προθυμία να οικοδομήσει ένα διπλωματικό και στρατιωτικό συνασπισμό εναντίον του Ιράν, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και το Ισραήλ.

Με την Ρωσία να επιβεβαιώνει τη θέση της στην περιοχή, είναι υπερβολικά εύκολο να φανταστεί κάνεις «την σπίθα ν’ ανάβει».

Ο κόσμος εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος. Οι διπλωματικές κινήσεις που απαιτούνται πρέπει να είναι ορθολογικές και άκρως υπολογισμένες με τις ΗΠΑ να επιλέγουν που θέλουν να εμπλακούν καθώς έχουν χάσει την ικανότητα της μονοπολικής δύναμης που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Νέοι δρώντες στην διεθνή σκακιέρα έχουν κάνει την εμφάνιση τους και είναι πλέον αρκετά δύσκολο κανείς να τους αγνοήσει. Απαιτείσαι προσοχή καθώς, όπως είπε και ο Έλληνας αρχηγός τους Γενικού Επιυτελείου Εθνικής Άμυνας, ναύαρχος Ευάγγελος Αποστολάκης,«έρχεται πόλεμος στον Λίβανο και δεν ξέρουμε μέχρι που θα φτάσει».

ΠΗΓΗ

Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...