Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Η Λωζάννη ήταν διαμελισμός της τουρκίας που παρουσιάστηκε απ' τον Κεμάλ ως νίκη

24 Ιουλίου 1923. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*



Μία εβδομάδα μετά τη συνάντησή του με τον Τσίπρα στη Νέα Υόρκη ο κ. Ερντογάν χαρακτήρισε τη Συνθήκη της Λωζάννης ως ήττα, φέροντας ως παράδειγμα την απόδοση των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα το 1923. O Τούρκος πρόεδρος δεν πρωτοτυπεί. Μετά το 1974 σχεδόν καθημερινά οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις στο Αιγαίο αμφισβητούν εμπράκτως το εδαφικό καθεστώς του Αιγαίου, όπως καθιερώθηκε μέσα από διεθνείς συνθήκες. Δηλώσεις έχουμε λιγότερο συχνά, αλλά όλες κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.
Επί παραδείγματι, ανάλογου ύφους και αντιλήψεως με τις δηλώσεις Ερντογάν είχαν ακουσθεί και από έναν άλλο Τούρκο πρόεδρο, τον Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος στις 6 Μαρτίου 1991 είχε αναφέρει σε ομιλία του:
«Τα Δωδεκάνησα δεν ήσαν ελληνικά. Ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εάν ήμουν στη θέση του Ισμέτ Ινονού [το 1944], θα τα είχα πάρει. Η Τουρκία διέπραξε ιστορικό λάθος σε αυτή την περίπτωση. Θα είχαμε πάρει τα Δωδεκάνησα εάν η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν ήταν τόσο ψοφοδεής».

Παρά την αλγεινή εντύπωση που δημιούργησε στην Ελλάδα η δήλωση, ο κ. Ερντογάν δεν απευθυνόταν προς εμάς αλλά επεσήμαινε προς την τουρκική κοινή γνώμη μία καίρια διαφορά των ισλαμιστών με τους κεμαλικούς. Πιο συγκεκριμένα, το 1908 οι Νεότουρκοι ανέλαβαν την εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διακυβέρνησή τους υπήρξε τραυματική για το κύρος της Τουρκίας, η οποία μέσα σε δέκα χρόνια έχασε επαρχίες που επί αιώνες ήσαν οθωμανικές. Αυτό επιβεβαιώθηκε με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, που οριστικοποίησε τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Τουρκίας χωρίστηκε σε ζώνες μεταξύ ξένων δυνάμεων, η Ελλάδα κατείχε τη Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη και το νεοσύστατο κράτος της Αρμενίας επρόκειτο να περιλάβει εκτεταμένες περιοχές της Ανατολίας και του Πόντου. Ο Μουσταφά Κεμάλ, επίλεκτο μέλος των Νεοτούρκων, κατόρθωσε να καθοδηγήσει την πλειονότητα των Τούρκων, να ανατρέψει το καθεστώς των Σεβρών και να διασφαλίσει τη Μικρά Ασία ως έδαφος του εθνικού τουρκικού κράτους και «μητέρα πατρίδα».

Ο Κεμάλ είχε κάθε λόγο να δώσει έμφαση στην αιματηρή διαδικασία ανατροπής της Συνθήκης των Σεβρών, υπερτονίζοντας τον προσωπικό του ρόλο. Για να το κάνει αυτό έπρεπε να σπάσει σημειολογικά τη διασύνδεσή του με τους Νεότουρκους. Οι τελευταίοι θεωρήθηκε ότι ανήκαν στο οθωμανικό παρελθόν. Η Συνθήκη της Λωζάννης εμφανίσθηκε ως νίκη. Η επέτειος της υπογραφής της καθιερώθηκε ως εορτή που συνδέεται με τη γένεση της σύγχρονης «Τουρκικής Δημοκρατίας». Με αυτόν τον τρόπο, ο Μουσταφά Κεμάλ αναδείχθηκε στον αδιαφιλονίκητο ηγέτη της χώρας. Δίνοντας έμφαση στην ανατροπή του δυσμενούς καθεστώτος των Σεβρών που το εμφάνισε ως προσωπική του επιτυχία, αποκτούσε το πολιτικό βάρος για να προχωρήσει σε κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές, αδιανόητες για οποιονδήποτε άλλο Τούρκο ηγέτη.

Η υπνώττουσα οθωμανική αντίληψη των πραγμάτων θεωρούσε, όμως, από τότε τη Συνθήκη της Λωζάννης ως ήττα. Ο Ισμέτ πασάς, που υπήρξε ο διαπραγματευτής που είχε στείλει ο Κεμάλ στη Λωζάννη, κατηγορήθηκε επανειλημμένως στο εσωτερικό της Τουρκίας ως ενδοτικός για τη στάση του κατά τη συνδιάσκεψη. Η υπογραφή της συνθήκης από τον Ισμέτ επιβεβαίωσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Ερντογάν με τις δηλώσεις του ήθελε να τονίσει αυτήν ακριβώς τη διάσταση. Λέγοντας ότι «κάποιοι παρουσίασαν τη Λωζάννη ως νίκη», φωτογράφιζε τον Κεμάλ και τον Ισμέτ. Με τις δηλώσεις προσπάθησε να ροκανίσει περαιτέρω το κύρος του κεμαλισμού στην τουρκική κοινωνία. Απώτερος στόχος του παραμένει να κατεβάσει τα πορτρέτα του Ατατούρκ από τους τοίχους όλης της Τουρκίας.
Μπορεί οι δηλώσεις να έγιναν για τουρκική εσωτερική κατανάλωση αλλά καταλήγουν να έχουν στην άλλη άκρη τους το εδαφικό καθεστώς της Ελλάδος στο Αιγαίο. Εμμέσως πλην σαφώς αμφισβητείται ένας βασικός κανόνας του διεθνούς δικαίου: Οι συνθήκες που θεσπίζουν συνοριακές γραμμές (όπως είναι δηλαδή η Συνθήκη της Λωζάννης) περιβάλλονται με ιδιαίτερο κύρος. Ο λόγος είναι η προστασία του συνοριακού status quo και η θέσπιση του απαραβίαστου των συνοριακών ρυθμίσεων.

Σε αυτή τη φάση μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ο Ερντογάν, χρησιμοποιώντας ως μοναδικό κριτήριο τη γεωγραφική γειτνίαση προς την Τουρκία, θεωρεί αδικία την εκχώρηση της κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα το 1923. Το γεγονός ότι τα νησιά είχαν αμιγή ελληνικό πληθυσμό δεν παίζει κανένα ρόλο στην αντίληψή του. Δυστυχώς, πρέπει να υπενθυμιστεί μίαν ακόμη φορά ότι από έναν άνθρωπο που εμφορείται από τέτοιες αντιλήψεις περιμένουμε κάποιες «λογικές υποχωρήσεις» που θα οδηγήσουν σε δίκαιη επίλυση του Κυπριακού...

*Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.


Καθημερινή

Πηγή

Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...