Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Kοντά του ένιωθες την αυγή μιας λαμπρής ημέρας

Σκεύη εκλογής

Ό ιερομόναχος Τιμόθεος στην αγορά τής Αθήνας

Στην χειρότερη συνοικία τής Αθήνας, στήν οδό Μενάνδρου, υπάρχει ό ναός τού ' Αγίου Αθανασίου, μετόχι τής μονής Παναγίας Χρυσολεοντίσσης στην Αίγινα. Εκείνα τά χρόνια εφημέρευε ό ιερομόναχος Τιμόθεος Όταν ό Θεός μοίραζε την απλότητα, λες καί ήταν μόνος αυτός καί την πήρε όλη. Γιά τον άνθρωπο τής αγοράς, πού ολη την ήμερα περπατούσε σε σάπια σανίδια, ήταν γερό αποκούμπι. Έσπέριζε καί λειτουργούσε κάθε μέρα. Οί ψαλτάδες ήταν απλοί άνθρωποι, πού χαίρονταν να ψάλλουν, γιατί δεν ήξευραν να ψάλλουν. Οί νέοι πού συνέψαλλαν, αργότερα έγιναν μοναχοί. Σε μια Προηγιασμένη πού παρακολουθούσα, μέσα στο ταπεινό φως των καντηλιών, μόνον μια ισχνή φωνή προφητική άκουγες: «Προετοιμασθήτε, χριστιανοί, γιατί έρχεται ό Βασιλεύς τής δόξης».
Πολλοί πονεμένοι άνθρωποι έγιναν φιλακόλουθοι σ’ αύτό τό εκκλησάκι. Ό παπά-Τιμόθεος ήταν μια φευγαλέα μορφή στήν αγορά τής Αθήνας, πού τούς άμαρτωλούς συνέστελνε καί τούς ευλαβείς εύφραινε. Τον έβλεπαν πρόσωπο Αγγέλου. Ό σκίμπους τού γέροντα Τιμοθέου ήταν πιο οικείος στούς φτωχούς καί άπαίδευτους. Μετά τις προμήθειες τής έβδομάδος στήν χονδροαγορά, περνούσαν καί άπό τό άπέριττο πετραχήλι τού παπά-Τιμόθεου. Πόσες φορές σαββατόβραδο βρήκα στο έκκλησάκι τού 'Αγίου Αθανασίου ψώνια καί έξομολογουμένους. Τό τζάκι τού παπά-Τιμόθεου έκαιγε νηστεία, άγρυπνία, προσευχή, καί όχι άκαδημαϊκή θεολογία καί προσωπικά «νομίζω» καί «νομίσματα». Γι’ αύτό καί καπνοδόχο χαμηλό είχε καί κάπνα δυσδιάκριτη στά μάτια των πολλών. από τον κόπο του καί την βοήθεια των πιστών έκτισε περίφημο γηροκομείο. Μετά την εγχείρηση καρδιάς διακόνησε λίγα χρόνια καί μετέστη στήν μονή πού ετοίμασε στούς ούρανούς ό Κύριος για τούς άγαπώντας Αυτόν.

Ό παπά-Γιώργης στο νοσοκομείο «"Άγιος Σάββας»

Ο Κύριος παρακαλεί στήν αρχιερατική Του προσευχή νά μείνουμε στήν δική Του αγάπη. Ώρισμένους ανθρώπους ό καλός μας Θεός δεν τούς αφήνει να μεγαλώσουν. Τούς κρατά παιδιά, γιά νά μείνουν εν τή αγάπη Του. Κυριολεκτικά είναι αγαπημένοι από τον Χριστό έφ’ όρου ζωής. Ένας τέτοιος ευνοούμενος κληρικός ήταν καί ό παπά-Γιώργης. Τό πρόσωπό του έλαμπε από αθωότητα καί τά μάτια του λαμποκοπούσαν, όπως του μικρού παιδιού πού μόλις ξύπνησε από την κούνια. Οί ερωτήσεις του ήταν πιο κάτω καί από του μικρού παιδιού.
Λες καί αυτήν την ώρα ήρθε στον κόσμο καί τίποτε δεν γνωρίζει από τά συμβαίνοντα εν ταίς ήμέραις ταύταις. Την ώρα τής έξομολογήσεως ένιωθες τί σημαίνει συγκατάβαση καί έλεγες: «Σε αύτό τό μωρουδάκι ήρθα να εξομολογηθώ;». Καί όμως μαλάκωνε την καρδιά σου καί αφηνόσουνα στήν αθωότητα του Γέροντα. «Τί να κρύψω από μια τέτοια συντυχία; Βρήκα φίλο να του μιλήσω και εξυπνάδες θα του πουλήσω;» Σου άφηνε λάσκα τό σκοινί, για να μη σκορτσαρης και σπάση εις βάρος σου. Καί στο τέλος σου τα έσφιγγε τα σχοινιά για να μην απολεσθείς στην αμαρτία. Δεμένος πια μαζί του σαν την βάρκα στο καράβι του παλιού καιρού, ταξίδευες στην νοητή θάλασσα. Τον πήρε γρήγορα ό Κύριος, «ίνα μη ή κακία αλλάξει την σύνεσιν αυτού». ’Άλλωστε έφτασε εκεί πού έπρεπε, για να ίδή τό πρόσωπο του Θεού Ιακώβ.

Ό πατήρ Ευσέβιος, ο εφημέριος του Ίπποκρατείου

Ο πατήρ Ευσέβιος, ό εφημέριος του Ιπποκράτειου νοσοκομείου, άκουγε στο επίθετο Γιαννακάκης και ήταν, όπως καί ό πατήρ Ηλίας, μοναχός τής 'Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων. Χρόνια ήτανε λαμπάδα τοις εν σκότη πορευομένοις, χωρίς ποτέ να κάνη καψίλα καί να μειώση το φως. 'Υπήρξε γλυκύτατος καί αδελφικός με τον προσερχόμενο στήν εξομολόγηση. ’Άφηνε πάντα ένα πλατύ χαμόγελο απροσποίητο, πού έλεγες: «Βρήκα κι εγώ επιτέλους την ημέρα πού θα μου χαμογελάσει». Τό απόβραδο εξομολογούσε , άλλα κοντά του ένιωθες την αύγή μιας λαμπρής ημέρας. Συμβούλευε χωρίς να υψώνει την φωνή του· ψιθυριστά, όπως ή μάννα τό άρρωστο παιδί:
- Υπομονή καί θα τό περάσουμε καί αυτό. Έχομεν, θάρσει, έχομεν αρχιερέα δυνάμενον βαστάσαι τας άσθενείας ήμών.
Λειτουργούσε με πολλή Ταπείνωση καί ή προτροπή και ή παράκλησή του στήν σύναξη τού 'Αγίου Λουκά ήταν:

«Τό άγιο Ποτήριο εσείς πρέπει να τό αδειάζετε καί όχι ό παπάς στήν κατάλυση» την όποια έκανε με περισσότερη συστολή καί ευλάβεια καί από την ώρα της θείας Λειτουργίας. Το επισημαίνω αυτό, γιατί είδα πολλούς λειτουργούς να καταλύουν σαν κοινό ποτήριο. Ανεβοκατεβάζουν τό Ποτήριο όπως τά κολονάτα ποτήρια στο ούζάδικο. Στο τέλος τής δεκαετίας του ’50 είδε στο ναΰδριο του Αγίου Αντωνίου καθολικός παπάς ορθόδοξο να καταλύη και είπε στον γέροντα Άμφιλόχιο:
- Καί τό κοσμικό ποτήρι θα τό χρησιμοποιήσουμε εύπρεπέστερα απ’ οτι ό κληρικός αυτός σήμερα τό άγιο Ποτήριο. Πάντοτε, προτού άρχίση, γονάτιζε στήν Πρόθεση να προσευχηθή.

Μετά την διακονία του στο νοσοκομείο επανίδρυσε μονή του αγίου Ίωάννου του Θεολόγου στο Αίγιο τής Πελοποννήσου. Έφημέρευσε καί έξωμολόγησε με καταπληκτική άγαπητική διάθεση μέχρι τής όσιας κοιμήσεώς του. Συνοδία μοναζουσών εξακολουθεί νά βάζη λάδι στο καντήλι πού άναψε ό γέρων Ευσέβιος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...