Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

29 Αυγούστου 1949 οι Ρώσοι "κλέβουν" την πυρηνική βόμβα από τις ΗΠΑ

Στις 29 Αυγούστου 1949 πραγματοποιήθηκε επιτυχώς η δοκιμή της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας με κωδικό «RDS-1». Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της έπαιξε η κατασκοπεία.
Οι πληροφορίες από τις πυρηνικές έρευνες στις ΗΠΑ, βοήθησε τους σοβιετικούς επιστήμονες να αποφύγουν αρκετά λάθη.

Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), στις αρχές του 2015 αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, Ρωσίας, Βρετανίας, Γαλλίας, Κίνας, Ινδίας, Πακιστάν και Βορείου Κορέας, διαθέτουν συνολικά περίπου 15.850 μονάδες πυρηνικών όπλων. Περίπου 1.800 τέτοια συστήματα βρίσκονται σε κατάσταση πλήρους επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η διεθνής κούρσα των εξοπλισμών όμως, είχε αρχίσει πάνω από 60 χρόνια πριν.
Ακριβώς στις 7 το πρωΐ  της 29ης Αυγούστου 1949, μια εκτυφλωτική λάμψη, συνοδευόμενη από ωστικό κύμα, συγκλόνισε το στρατιωτικό πολύγωνο του Σεμιπαλατίνσκ, ενώ τα καλώδια του δικτύου ηλεκτρισμού στην περιοχή απότομα άρχισαν να κροταλίζουν. Στη συνέχεια, το ίδιο ξαφνικά επανήλθε η ησυχία στη στέπα. Η δοκιμή της RDS-1, της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας, ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Οι εργασίες του πυρηνικού προγράμματος της ΕΣΣΔ, είχαν ήδη ξεκινήσει από το 1943, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σοβιετικοί μυστικοί πράκτορες έστειλαν από τη Μεγάλη Βρετανία, απόρρητες επιστημονικές εργασίες σχετικά με την πυρηνική ενέργεια. Πράκτορες, είχαν επίσης διεισδύσει σε πολλά κέντρα πυρηνικής έρευνας των ΗΠΑ. «Τα έγγραφα για την αμερικανική βόμβα πλουτώνιου που έστειλαν οι κατάσκοποι, βοήθησαν τους σοβιετικούς επιστήμονες να αποφύγουν λάθη κατά το σχεδιασμό της RDS-1, μείωσαν σημαντικά το χρόνο κατασκευής της βόμβας και το συνολικό κόστος του έργου», είπε ο καθηγητής Βαλεντίν Κοστιουκόφ, διευθυντής του Πανρωσικού Επιστημονικού-Ερευνητικού Ινστιτούτου Πειραματικής Φυσικής, του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Πυρηνικού Κέντρου (Ομοσπονδιακή επιχείρηση που ανήκει στο ρωσικό κρατικό φορέα ατομικής ενέργειας).

Το πυρηνικό οπλοστάσιο ΗΠΑ – Ρωσίας
Η Σοβιετική Ένωση ξεπέρασε τις ΗΠΑ στον αριθμό των πυραύλων-φορέων το 1969 και στον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών, το 1977. Το πυρηνικό δυναμικό της Αμερικής έφτασε στη μέγιστη ισχύ του (περίπου 31.255 μονάδες) το 1967 και στην ΕΣΣΔ (45.000 μονάδες), το 1985. Προς το παρόν, σύμφωνα με τους όρους των υφιστάμενων συμφωνιών και συνθηκών, η Ρωσία και οι ΗΠΑ δύο φορές το χρόνο, την 1η Μαρτίου και την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των πυρηνικών δυνάμεών τους. Σύμφωνα με τα δεδομένα της 1ης Σεπτεμβρίου 2014, η Ρωσία διαθέτει 1.643 πυρηνικές κεφαλές σε διάφορους φορείς και οι ΗΠΑ, 1.642.

Απειλή για την εθνική ασφάλεια
Είχε έρθει η ώρα για την «επίδειξη». Οι ΗΠΑ ήθελαν να δείξουν στον κόσμο και ιδιαίτερα στη Σοβιετική Ένωση τις νέες τους στρατιωτικές δυνατότητες. Για να συντομεύσουν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Αμερικανοί αποφάσισαν να χτυπήσουν με το νέο ατομικό όπλο την Ιαπωνία, σύμμαχο της ναζιστικής Γερμανίας στον πόλεμο. Στις 6 Αυγούστου 1945, η αμερικανική ατομική βόμβα, «Little Boy», έπεσε στη Χιροσίμα και στις 9 Αυγούστου, η βόμβα πλουτωνίου, «Fat Man», κατέστρεψε το Ναγκασάκι. Εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ενώ χιλιάδες άλλοι από τους κατοίκους των δύο πόλεων πέθαναν υποφέροντας από τη ραδιενεργό ακτινοβολία.
Ο βομβαρδισμός των ιαπωνικών πόλεων συγκλόνισε τον σοβιετικό ηγέτη, Ιωσήφ Στάλιν. Η άμεση δημιουργία πυρηνικών όπλων, έγινε την ίδια στιγμή ένας από τους επιτακτικούς στόχους εθνικής ασφάλειας στην ΕΣΣΔ. Οι εργασίες επιταχύνθηκαν και αρκετοί εξέχοντες επιστήμονες, μεταξύ των οποίων οι κορυφαίοι φυσικοί, Ίγκορ Κουρτσάτωφ και Πιότρ Καπίτσα, συμμετείχαν στη συλλογική προσπάθεια κατασκευής της Α-βόμβας.
Θρίαμβος της σοβιετικής επιστήμης
Η κατασκοπεία επέτρεψε στους σοβιετικούς φυσικούς να εξοικονομήσουν χρόνο στη διαδικασία σχεδιασμού του πυρηνικού υπερόπλου. «Από την αρχή ήταν σαφές στους επιστήμονές μας ότι πολλές από τις τεχνικές λύσεις του αμερικανικού πρωτοτύπου δεν ήταν οι ιδανικές», λέει ο Κοστιουκόφ. Ακόμη και στα πρώτα στάδια του προγράμματος, οι σοβιετικοί ειδικοί μπορούσαν να προσφέρουν καλύτερες λύσεις, τόσο στα επιμέρους τμήματα, όσο και στο συνολικό σχεδιασμό του όπλου. Όμως, η απαίτηση της ηγεσίας της χώρας ήταν η απόκτηση εγγυημένα και με το μικρότερο κίνδυνο, μιας πραγματικά –ενεργούς– ατομικής βόμβας».
Σύμφωνα με τον Κοστιουκόφ, η απόφαση να χρησιμοποιηθεί η εμπειρία του αμερικανικού συστήματος ήταν η μόνη σωστή μέσα στην τεταμένη ατμόσφαιρα της εποχής. Ο σχεδιασμός της RDS-1 επανέλαβε την αμερικανική Α-βόμβα, «Fat Man», ενώ το βαλλιστικό σώμα και ο μηχανισμός ηλεκτρονικής πυροδότησης, ήταν σοβιετικής κατασκευής. «Το έργο που επιτέλεσαν οι επιστήμονές μας στη δεκαετία του 1940, ήταν αριστοτεχνικό, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωτόγονο εξοπλισμό με τον οποίο έπρεπε να εργαστούν», σχολίασε ο Βαντίμ Σιμονένκο, αναπληρωτής επιστημονικός διευθυντής του Πανρωσικού Επιστημονικού-Ερευνητικού Ινστιτούτου Τεχνικής Φυσικής του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Πυρηνικού Κέντρου. «Αυτές οι έρευνες άνοιξαν το δρόμο για την κατανόηση φαινομένων που εμφανίζονται σε υψηλές πυκνότητες ενέργειας. Για παράδειγμα, τέτοια φαινόμενα παρουσιάζονται στη θερμοπυρηνική καύση, στις εκρήξεις νέων και υπερκαινοφανών αστέρων, στις συγκρούσεις μικρών ουράνιων σωμάτων με πλανήτες».
Ειρήνη μόνο «στα χαρτιά»
Η πληροφορία, ότι η Σοβιετική Ένωση κατασκευάζει τα δικά της πυρηνικά όπλα, φόβισε στα σοβαρά και ταρακούνησε πραγματικά την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Τον Ιούλιο του 1949 εμφανίστηκε το σχέδιο, «Trojan», σύμφωνα με το οποίο οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να ρίξουν ατομικές βόμβες σε 70 πόλεις της ΕΣΣΔ.
Οι Αμερικανοί ήταν πεπεισμένοι ότι στη Ρωσία δεν θα μπορούσαν να εμφανιστούν πυρηνικά όπλα πριν από το 1954, αλλά έπεσαν έξω. Η πρώτη επιτυχημένη σοβιετική δοκιμή έγινε το 1949. Το συμβάν στο στρατιωτικό πολύγωνο του Σεμιπαλατίνσκ, έθεσε τέλος στο μονοπώλιο των ΗΠΑ στην κατοχή πυρηνικών όπλων. «Χωρίς τα δικά της πυρηνικά όπλα, η Σοβιετική Ένωση αργά ή γρήγορα, θα καταστρεφόταν. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν απολύτως εξαρτώμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, διδάκτωρ ιστορικών επιστημών, Αλεξάντρ Βντόβιν.
Το 1970, τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Σήμερα, συμμετέχουν στη Συνθήκη 188 χώρες. Το 1996 υπογράφηκε η Διεθνής Συνθήκη Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών. Μετά από αυτή την ημερομηνία, οι δοκιμές πυρηνικών όπλων συνεχίστηκαν μόνο από την Ινδία, το Πακιστάν και τη Βόρειο Κορέα, που δεν μετέχουν στη Συνθήκη.

Πυρηνικά κράτη και δοκιμές πυρηνικών όπλων
Συνολικά, στον πλανήτη μας έχουν γίνει περισσότερες από δύο χιλιάδες δοκιμές πυρηνικών όπλων, που σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, κατέχουν οκτώ χώρες. Η ΕΣΣΔ διεξήγαγε 715 δοκιμές από το 1949 έως το 1990. Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν στο χρονικό διάστημα 1945 - 1992 περισσότερες από χίλιες. Μέχρι τώρα, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη χώρα που χρησιμοποίησαν τα πυρηνικά όπλα επιχειρησιακά. Εκτός από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, πυρηνικά όπλα κατασκεύασαν η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν και η Βόρειος Κορέα. Πυρηνικά όπλα κατέχει και το Ισραήλ, αλλά η χώρα δεν κάνει επίσημες ανακοινώσεις για το θέμα.


Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...