Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ


ELLHNIKH_EIKONA
Νε­κτά­ριου Δα­πέρ­γο­λα
 Δρ Ἱ­στο­ρί­ας ΑΠΘ

Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ζοῦ­με σὲ δύ­σκο­λους και­ρούς, κα­τὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­κό­μη καὶ οἱ λέ­ξεις ἔ­χουν χά­σει τὸ νό­η­μά τους καὶ (ἀ­πὸ κά­ποι­ους) ἀ­κό­μη καὶ τὰ ἀ­πο­λύ­τως αὐ­το­νό­η­τα λο­γί­ζον­ται -καὶ συ­χνὰ πε­ρι­παί­ζον­ται- ὡς ἀ­νό­η­τα.
Πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ σύγ­χυ­ση, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ θέ­μα τῶν ταυ­το­τή­των. Μέ­σα σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ με­τα­βάλ­λε­ται καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­στῆ, αὐ­το­μά­τως τὸ ζή­τη­μα «ποι­οὶ εἴ­μα­στε» – ἢ ἀ­κό­μη ἀ­κρι­βέ­στε­ρα «ποι­οὶ αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι εἴ­μα­στε», τὸ ζή­τη­μα τῆς ἴ­διας μας τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας, ἀ­νά­γε­ται σὲ μεῖ­ζον.
Μέ­σα στὰ πλαί­σια αὐ­τά, ἡ ἀ­πό­πει­ρα προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας – εἴ­τε στὴν αὐ­θεν­τι­κή, εἴ­τε καὶ στὶς με­ταλ­λαγ­μέ­νες ἐκ­δο­χὲς της (δε­δο­μέ­νου ἄλ­λω­στε ὅ­τι πο­τὲ δὲν ἦ­ταν κά­τι στα­τι­κό, ἀλ­λὰ στὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου ὑ­πέ­στη με­γά­λες με­τα­βο­λὲς λό­γῳ ἐ­σω­τε­ρι­κῶν με­τε­ξε­λί­ξε­ων, ἀλ­λὰ καὶ ἔ­ξω­θεν ἐ­πεμ­βά­σε­ων), δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἁ­πλὸ ἔρ­γο. Θὰ ἐ­πι­χει­ρή­σου­με ἐ­δῶ μί­α πο­λὺ τα­πει­νὴ καὶ -μοι­ραί­α- ἀ­τε­λέ­στα­τη ἀ­πό­πει­ρα πρὸς αὐ­τὴ τὴν κα­τεύ­θυν­ση, ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­τας μά­λι­στα κυ­ρί­ως σ᾿ ἐ­κεί­νη τὴ δι­ά­στα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας, ποὺ σχη­μα­τι­κὰ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με «θρη­σκευ­τι­κή».
Για­τί «σχη­μα­τι­κὰ» καὶ για­τί μι­λᾶ­με πε­ρί… τόλ­μης; Μὰ ἐ­πει­δὴ βε­βαί­ως ἕ­νας τέ­τοι­ος ἐ­πι­με­ρι­σμὸς θὰ ἦ­ταν κά­πο­τε ἐν­τε­λῶς ἀ­νό­η­τος (καὶ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο παν­τε­λῶς ἀ­κα­τα­νό­η­τος), δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἦ­ταν ὄ­χι ἁ­πλῶς τὸ βα­σι­κό­τε­ρο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας, ἀλ­λὰ κά­τι πο­λὺ οὐ­σι­ω­δέ­στε­ρο καὶ βα­θύ­τε­ρο ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ αὐ­τό: ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἡ ψυ­χή της, τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­σώ­τα­το ὀ­ξυ­γό­νο της, ἕ­νας συ­νο­λι­κὸς τρό­πος ζω­ῆς, συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς καὶ συ­ναν­τί­λη­ψης τῶν πάν­των, ἕ­να συ­νο­λι­κὸ πλαί­σιο γιὰ τὴν προ­σέγ­γι­ση ὄ­χι μό­νο τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, κα­θὼς ὅ­μως καὶ αὐ­τῆς ἀ­κό­μη τῆς ἄ­ψυ­χης κτί­σε­ως. Ἦ­ταν μὲ λί­γα λό­για ὁ ἴ­διος ὁ κα­θ᾿ ἡ­μᾶς Τρό­πος ἐν τῷ συ­νό­λῳ του, ὥ­στε νὰ φαν­τά­ζει ἀ­πο­λύ­τως γε­λοί­α καὶ ἀν­τι-ἱ­στο­ρι­κὴ ἡ δι­ά­κρι­σή της ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα συ­στα­τι­κὰ αὐ­τοῦ ποὺ σχη­μα­τι­κὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ταυ­τό­τη­τα». Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως ὀ­φεί­λου­με ἐ­πί­σης νὰ το­νί­σου­με πὼς καὶ ὁ ὅ­ρος «θρη­σκεί­α» γιὰ ἐ­μᾶς τοὺς Ὀρ­θο­δό­ξους κα­νο­νι­κὰ δὲν ἔ­χει νό­η­μα, για­τί εἶ­ναι ὅ­ρος ποὺ κυ­ρί­ως πε­ρι­γρά­φει ἕ­να στα­τι­κὸ ἠ­θι­κι­στι­κὸ ἀ­ξια­κὸ σύ­στη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σι­κὰ οὐ­δε­μί­α σχέ­ση ἔ­χει μὲ τὸν ἄ­νε­μο ποὺ λέ­γε­ται Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Καὶ ὁ ἄ­νε­μος δὲν πε­ρι­γρά­φε­ται, οὔ­τε καὶ μπαί­νει σὲ κα­λού­πια. Θὰ κρα­τή­σου­με ὡ­στό­σο πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ τὸν ὅρο «θρη­σκευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση» τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας, για­τί δυ­στυ­χῶς ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει πλέ­ον πρα­κτι­κὰ καὶ γιὰ ἐ­μᾶς νό­η­μα.
Καὶ ἐν­νο­ῶ ἀ­σφα­λῶς τὴ με­τάλ­λα­ξη τῆς ἐν λό­γῳ ταυ­τό­τη­τας, ἐ­ξαι­τί­ας κυ­ρί­ως τῆς στα­δια­κῆς «θρη­σκει­ο­ποί­η­σης» τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ γε­γο­νό­τος, μί­ας ἐ­ξέ­λι­ξης ποὺ συν­τε­λέ­στη­κε μέ­σα ἀ­πὸ μί­α κα­θα­ρὰ προ­τε­στάν­τι­κου τύ­που εὐ­σε­βι­στι­κή κω­δι­κο­ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α οὐ­σι­α­στι­κὰ συ­νο­δεύ­ει ὅ­λη τὴ σύγ­χρο­νη ἱ­στο­ρί­α μας. Ἀ­νά­γει τὶς ἀ­παρ­χὲς της ἤ­δη στὴν προ­ε­πα­να­στα­τι­κὴ πε­ρί­ο­δο, τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ φτά­νουν καὶ στὴν κα­θ᾿ ἡμᾶς Ἀ­να­το­λὴ οἱ το­ξι­κὲς οὐ­σί­ες τοῦ λε­γό­με­νου Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ (ἤ… Δι­α­σκο­τι­σμοῦ – ὅ­πως τοὐ­λά­χι­στον τι­νὲς ἐξ ἡμῶν ἔ­χου­με ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια κα­τα­λή­ξει), τό­τε δη­λα­δὴ ποὺ ἡ εἰ­σβο­λὴ τῆς αὐ­τι­στι­κῆς ἐ­κεί­νης ἀ­πο­θέ­ω­σης τοῦ Ὀρ­θοῦ Λό­γου (μέ­σῳ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν… στο­ῶν -γιὰ νὰ μὴν ξε­χνι­ό­μα­στε- δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἅ­παν­τες οἱ δῆ­θεν ὀρ­θο­λο­γι­στὲς δι­α­φω­τι­στὲς τῆς Δύ­σης ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­κρυ­φι­στὲς καὶ μα­σῶ­νοι), ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν δὲν ὠ­θεῖ στὴν κα­τα­συ­κο­φάν­τη­ση τῆς πί­στης ὡς με­σαι­ω­νι­κοῦ σκο­τα­δι­σμοῦ, ὁ­δη­γεῖ τὸ λι­γό­τε­ρο σὲ μί­α πρώ­ϊμη μορ­φὴ θε­ο­λο­γι­κῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης. Στὴ συ­νέ­χεια ἔ­χου­με τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ ᾿21, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἕ­να τμῆ­μα τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε μὲν ἀ­πὸ τὸν τουρ­κι­κὸ ζυ­γό, γρή­γο­ρα πέ­ρα­σε ὅ­μως κά­τω ἀ­πὸ ἄλ­λους (ἐ­νί­ο­τε μά­λι­στα πο­λὺ χει­ρό­τε­ρους), με­τα­τρε­πό­με­νο σὲ ἕρ­μαι­ο στὰ χέ­ρια ἀλ­λο­τρί­ων συμ­φε­ρόν­των, σὲ προ­τε­κτο­ρά­το στὰ χέ­ρια ξέ­νων δυ­νά­με­ων, σὲ ἄ­θλιο θύ­μα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς του κα­χε­ξί­ας καὶ βα­σι­κὰ βε­βαί­ως σὲ πε­δί­ο ἐ­πι­βο­λῆς ξέ­νων πο­λι­τι­σμι­κῶν προ­τύ­πων, ποὺ ὁ­δή­γη­σαν στὴν πνευ­μα­τι­κή του δι­ά­βρω­ση, ἀλ­λο­τρί­ω­ση καὶ ἐν τέ­λει ἐκ­ποί­η­ση. Ἡ με­τάλ­λα­ξη λοι­πὸν τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας συ­νε­χί­ζε­ται στοὺς νέ­ους αὐ­τοὺς και­ρούς, τοὺς και­ροὺς τοῦ ἑλ­λα­δι­κοῦ κρα­τι­κοῦ ψευ­δο-μορ­φώ­μα­τος τοῦ 1830, αὐ­τοῦ τοῦ ψεύ­τι­κου ῥω­μαί­ϊκου ποὺ προ­φή­τε­ψε ὁ πα­τρο-Κο­σμᾶς, αὐ­τοῦ τοῦ ἐ­λε­ει­νοῦ ῥω­μαίϊκου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λών­τας ὁ μέ­γας Μα­κρυ­γιά­ννης, εἶ­χε φτά­σει στὸ ση­μεῖ­ο νὰ πεῖ ὅ­τι πὼς τέ­τοι­α λευ­τε­ριὰ τὴ σι­χά­θη­κε καὶ ὅ­τι «ἂν μᾶς ἔ­λε­γε κα­νέ­νας αὐ­τεί­νη τὴν λευ­τε­ριὰ ὅ­που γευ­ό­μα­στε, θὰ πα­ρι­κα­λού­σα­με τὸν Θε­ὸν νὰ μᾶς ἀ­φή­σει εἰς τοὺς Τούρ­κους ἄλ­λα τό­σα χρό­νια, ὅ­σο νὰ γνω­ρί­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι τί θὰ εἰ­πῆ πα­τρί­δα, τί θὰ εἰ­πῆ θρη­σκεί­α, φι­λο­τι­μί­α, ἀ­ρε­τὴ καὶ τι­μι­ό­της». Καὶ συ­νε­χί­ζει με­τὰ τὴ δι­α­δρο­μὴ της κα­τὰ τὸν ὕ­στε­ρο 19ο αἰ­ῶ­να καὶ κα­θ᾿ ὅ­λο τὸν 20ό, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να συ­νε­χῆ ἐκ­δυ­τι­κι­σμό, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν (ἀ­να­φαν­δὸν χρή­ζου­σα ψυ­χι­α­τρι­κῆς  ἔ­ρευ­νας) προ­σπά­θειά  μας  νὰ  πε­τά­ξου­με πά­σῃ… θυσί­ᾳ­ στὴ χω­μα­τε­ρή, ὡς πλεγ­μα­τι­κοὶ νε­ό­πλου­τοι, τὴν Οὐ­σί­α μας, ὅ­λα τὰ ση­μαί­νον­τα καὶ ση­μαι­νό­με­να τοῦ κα­θ᾿ ἡμᾶς Τρό­που, ὅ­λα αὐ­τὰ δη­λα­δὴ ποὺ μᾶς γέν­νη­σαν καὶ μᾶς κρά­τη­σαν ζων­τα­νοὺς ἐ­πὶ χι­λι­ε­τί­ες. Ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ ἀ­πό­πει­ρα νὰ γί­νου­με «πο­λι­τι­σμέ­νοι», πι­θη­κί­ζον­τας ξέ­να πρό­τυ­πα καὶ τρό­πους ἀλ­λό­τριους. Ἡ ἀ­πό­πει­ρα γιὰ νὰ μά­θου­με νὰ ψελ­λί­ζου­με, κα­τὰ πῶς λέ­ει κι ὁ Σε­φέ­ρης, «σπα­σμέ­νες λέ­ξεις ἀ­πὸ ξέ­νες γλῶσ­σες»…
Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα αὐ­τὸ (καὶ ἀ­νε­ξάρ­τη­τα βε­βαί­ως ἀ­πὸ τὰ ξέ­να κέν­τρα τῆς ἐκ­πο­ρεύ­σε­ώς του) ἦ­ταν συ­νά­μα ἐ­πὶ πολ­λὲς δε­κα­ε­τί­ες καὶ ἡ νευ­ρω­τι­κὴ ἐμ­μο­νὴ τῆς ἑλ­λα­δι­κῆς ἄρ­χου­σας τά­ξης, τῆς λε­γό­με­νης ἀ­στι­κῆς καὶ με­γα­λο­α­στι­κῆς. Καὶ ἐ­πει­δὴ ἀ­σφα­λῶς δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ τά­ξη φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ ἀ­να­πτυγ­μέ­νη (καὶ γιὰ τοῦ­το ἰ­δε­ο­λο­γι­κὰ συγ­κρο­τη­μέ­νη), τὸ ἐν λό­γῳ ἐγ­χεί­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε κω­μι­κο­τρα­γι­κό. Μι­λᾶ­με ἁ­πλῶς γιὰ μί­α κα­λο­ζω­ϊσμέ­νη γου­νέν­δυ­τη κου­ρε­λα­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α λὲς καὶ αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει ἕ­να κὶτς νε­ο­πλου­τί­στι­κο… κάρ­μα αὐ­τὸ -εὐ­νου­χι­σμέ­νου γραι­κύ­λου- καὶ ἔ­τσι μπό­ρε­σε χω­ρὶς πολ­λὲς δι­α­δι­κα­σί­ες νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν κύ­κλιο χρό­νο στὸν γραμ­μι­κὸ «ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό», ἀ­πὸ τὸ χα­ρο­ποι­ὸ πέν­θος στὴ χα­ζο­χα­ρού­με­νη χυ­δαι­ό­τη­τα, ἀ­πὸ τὸ ὅ­ρα­μα στὸ κομ­πό­δε­μα, ἀ­πὸ τὸν Ῥω­μα­νὸ τὸν Με­λω­δὸ στὸν Χαίν­τελ, ἀ­πὸ τὸν τσά­μι­κο στὸν Τζί­μη Μα­κού­λη (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα βέ­βαι­α στὸν Μα­ζω­νά­κη καὶ τὴν… Κα­λο­μοί­ρα), ἀ­πὸ τὸν Μα­κρυ­γιά­ννη στὶς «Δύ­ο Ὀρ­φα­νὲς» καὶ με­τὰ στὸν Κούν­τε­ρα καὶ τὸν Κο­έ­λο, μὲ ὀ­λί­γη ἀ­πὸ «ΚΛΙΚ», «NITRO» καὶ ἕ­τε­ρους life style με­γα­λο­χαρ­το­πολ­τούς. Μέ­σα στὴ συ­νο­λι­κὴ αὐ­τὴ ἐκ­πά­γλου κάλ­λους… πο­λι­τι­στι­κὴ σύν­θε­ση οὐ­δε­μί­α θέ­ση πλέ­ον εἶ­χε (ὅ­πως εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ὁ πλέ­ον ἀ­δα­ὴς) ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ποὺ ἄλ­λω­στε, ὅ­πως εἴ­πα­με, εἶ­χε ἤ­δη -μέ­σα στὸ μυα­λὸ τῶν πολ­λῶν- με­τε­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἀ­ξια­κὸ ἠ­θι­κι­σμό, ἄ­ρα καὶ σὲ σύ­στη­μα ὑ­πο­κεί­με­νο σὲ κά­θε εἴ­δους ἀμ­φι­σβή­τη­ση. Ἦρ­θε με­τὰ καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω νό­θευ­ση τῶν πα­ρα­εκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ὀρ­γα­νώ­σε­ων, ἦρ­θε καὶ ἡ χυ­δαί­α πο­λι­τι­κὴ κα­πη­λεί­α μὲ τίς… «Ἑλ­λά­δες τῶν Ἑλ­λή­νων Χρι­στια­νῶν» καὶ ἔ­τσι μπή­κα­νε πιὰ στὴ θέ­ση τους καὶ οἱ ἔ­σχα­τες ψη­φί­δες.
Κά­πως ἔ­τσι (καὶ βε­βαί­ως πο­λὺ σχη­μα­τι­κὰ) ἦ­ταν ποὺ ἀ­πω­λέ­σα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας στὴ διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν τε­λευ­ταί­ων δύ­ο πε­ρί­που αἰ­ώ­νων. Καὶ με­τὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν βα­θύ­τα­τα τρα­γι­κὴ πε­ρί­ο­δο τῆς λε­γό­με­νης Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ὁπό­τε καὶ ὅ­λος ὁ προ­η­γού­με­νος κα­τή­φο­ρος με­τα­βλή­θη­κε σὲ ὀ­φθαλ­μο­φα­νῆ ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση, φτά­σα­με πιὰ ἐ­δῶ, στὴν Ἑλ­λά­δα τοῦ σή­με­ρα, στὴν Ἑλ­λά­δα τοῦ ἀ­σύ­δο­του πλου­τι­σμοῦ, τῆς ἐκ­συγ­χρο­νι­στι­κῆς ὑ­στε­ρί­ας, τῆς πο­λι­τι­στι­κῆς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ας, τῆς πο­λι­τι­κῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης, τῆς μι­θρι­δα­τι­κῆς ἄμ­βλυν­σης ὅ­λων τῶν ἀ­ξι­ῶν, τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης κρί­σης ὅ­λων τῶν θε­σμῶν. Σὲ μί­α Ἑλ­λά­δα, ποὺ ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὲς δε­κα­ε­τί­ες τὴ λυ­μαί­νον­ται σκο­τει­νοὶ με­γα­λο­ερ­γο­λά­βοι καὶ με­γα­λο­εκ­δό­τες, τρα­γι­κοὶ πο­λι­τι­κοί, ἀ­γύρ­τες δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, ἐ­θνο­μη­δε­νι­στὲς ψευ­δο-κουλ­του­ρι­ά­ρη­δες, ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νοι ρα­σο­φό­ροι, ἀν­τά­ξιοι ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ὅ­λοι τους ἡμῶν, δη­λα­δὴ ἑ­νὸς λα­οῦ τυ­φλοῦ πλέ­ον καὶ ἀ­μνη­σια­κοῦ, ἑ­νὸς λα­οῦ ποὺ κα­θη­με­ρι­νὰ βου­λιά­ζει ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ βα­θύ­τε­ρη πα­ρακ­μὴ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νο­η­σί­α, ἑ­νὸς λα­οῦ ποὺ δὲν ξέ­ρει πιὰ ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια «ποῦ πα­τᾶ καὶ ποῦ πη­γαί­νει».
Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πρώ­τη με­γά­λη ἀλ­λοί­ω­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας. Ἡ με­τα­ποί­η­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας σὲ ἠ­θι­κι­στι­κὸ σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν. Καὶ ἐ­πει­δή, ὅ­πως ἤ­δη προ­α­νέ­φε­ρα, ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μί­α «θρη­σκεί­α», ἀλ­λὰ ἐν συ­νό­λῳ ὁ κα­θ᾿ ἡ­μᾶς Τρό­πος, μί­α βι­ω­μα­τι­κὴ σχέ­ση μὲ τὰ πάν­τα, τὸν Θε­ό, τὸν συ­νάν­θρω­πο καὶ τὴ φύ­ση, μί­α σχέ­ση μὲ τὸ ὑ­πὲρ Λό­γον, ἀλ­λὰ καὶ τὸ κα­τὰ Λό­γον, ἡ με­τάλ­λα­ξη αὐ­τὴ δὲν μᾶς με­τέ­τρε­ψε ἁ­πλῶς σὲ ἄλ­λου εἴ­δους… χρι­στια­νούς. Μᾶς με­τέ­τρε­ψε σὲ ἄλ­λου εἴ­δους ὄν­τα – ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη. Ἡ με­τα­ποί­η­ση καὶ ὁ συ­νε­πα­γό­με­νος ἐκ­φυ­λι­σμὸς τῆς πί­στης σὲ ἰ­δε­ο­λο­γί­α ἄλ­λα­ξαν στα­δια­κὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ στά­ση μας ἀ­πέ­ναν­τι στὸν κό­σμο καὶ στὰ πράγ­μα­τα. Ἡ ταυ­τό­τη­τά μας, ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ταυ­τό­τη­τα, ἦ­ταν μέ­χρι τό­τε συ­νο­λι­κή, ὁ­λι­στι­κή, τὰ πε­ρι­λάμ­βα­νε ὅ­λα: ἱ­στο­ρί­α, πα­ρά­δο­ση, πί­στη, γλῶσ­σα, τέ­χνη, τὰ πάν­τα. Τώ­ρα πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ταυ­τό­τη­τα στα­δια­κὰ δι­α­σπᾶ­ται, κα­τα­κερ­μα­τί­ζε­ται σὲ πολ­λα­πλὲς ἐ­πι­μέ­ρους ταυ­τό­τη­τες. Ταυ­τό­τη­τες λει­ψές, ἀ­τε­λέ­σφο­ρες, ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νες. Καὶ ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ποὺ ξε­κι­νᾶ ἡ σύγ­χρο­νη νε­ο­ελ­λη­νι­κή μας ὑ­παρ­ξια­κὴ σύγ­χυ­ση. Ἢ -μᾶλ­λον ἀ­κρι­βέ­στε­ρα- ἡ νε­ο­ελ­λα­δι­κή μας σύγ­χυ­ση, κα­θὼς αὐ­τὴ ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη ἔ­χει ὡς πη­γὴ της τὸ κρα­τι­κὸ ἐ­ξάμ­βλω­μα τοῦ 1830. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο Ἑλ­λη­νι­σμὸ δὲν τὸν ἀ­φο­ρᾶ κα­τ᾿ ἀρ­χάς. Ἀρ­χί­ζει νὰ τὸν ἀ­φο­ρᾶ, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ καὶ αὐ­τὸς ἀρ­χί­ζει νὰ συν­δέ­ε­ται ἢ στα­δια­κὰ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­νά­θλιο μόρ­φω­μα.
Μί­α ἀν­τί­δρα­ση τώ­ρα ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ δι­α­φά­νη­κε βε­βαί­ως μὲ τὴν ἄν­θη­ση τοῦ Ἁγι­ο­ρεί­τι­κου (καὶ ὄ­χι μό­νο) Ὀρ­θό­δο­ξου μο­να­χι­σμοῦ καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μά του πρὸς τὸν πνευ­μα­τι­κὰ χει­μα­ζό­με­νο Ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ό. Ἡ ἄν­θη­ση αὐ­τή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σφα­λῶς συ­νο­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση κά­ποι­ων πο­λὺ ἐμ­βλη­μα­τι­κῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων σύγ­χρο­νης ἁ­γι­ό­τη­τας, ποὺ ἔ­παι­ξαν τὸν ρό­λο τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ φά­ρου, συ­νέ­πε­σε χρο­νι­κὰ μὲ τὴν ἔ­σχα­τη κα­τά­πτω­ση τῶν τε­λευ­ταί­ων 3-4 δε­κα­ε­τι­ῶν, καὶ φυ­σι­κὰ αὐ­τὸ μό­νο… συμ­πτω­μα­τι­κὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ συ­νέ­βη, ἀλ­λὰ (γιὰ τοὺς ἔ­χον­τας τοὐλά­χι­στον ὦ­τα ἀ­κού­ειν καὶ ὀ­φθαλ­μοὺς ὁ­ρᾶν) ὀ­φεί­λει νὰ ἐ­κλη­φθῆ ὡς μί­α ξε­κά­θα­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς πρό­νοι­ας τοῦ Θε­οῦ, γιὰ τὴ στή­ρι­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει ὁ­λο­μέ­τω­πη ζο­φο­πνε­μέ­νη λαί­λα­πα τοῦ «ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ».
Ταυ­τό­χρο­να πάν­τως ἀ­ξί­ζει γιὰ ἱ­στο­ρι­κοὺς λό­γους νὰ ἀ­να­φερ­θῆ καὶ ἡ ἐμ­φά­νι­ση (πά­λι κά­που ἐ­κεῖ, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿70) καὶ κά­ποι­ων πα­ρε­ῶν ἀ­πὸ θε­ο­λό­γους καὶ  δι­α­νο­η­τές, ποὺ κή­ρυ­ξαν τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὶς πη­γὲς καὶ τὴν αὐ­θεν­τι­κή μας ταυ­τό­τη­τα, στὴν προ­πτω­τι­κή της πε­ρί­ο­δο. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη ἴ­σως ἀ­νά­με­σά τους ἡ κί­νη­ση τῶν λε­γό­με­νων Νε­ο-ὀρ­θο­δό­ξων, μί­α κί­νη­ση ὡ­στό­σο ποὺ εἶ­χε δυ­στυ­χῶς πο­λὺ βα­σι­κὲς ἀ­τέ­λει­ες, μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρη τὸν δι­α­νο­ου­με­νί­στι­κο χα­ρα­κτή­ρα της. Καὶ ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι κα­τ᾿ ἀ­νάγ­κην κα­κό, στὴν προ­κειμένη ὅ­μως πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ μι­λᾶς γιὰ τὸ Ὀρ­θό­δο­ξο βί­ω­μα – καὶ τὸ βί­ω­μα αὐ­τὸ νὰ προ­σπα­θῆς νὰ τὸ προ­σεγ­γί­σης ἐγ­κε­φα­λι­κὰ καὶ μά­λι­στα μὲ φι­λο­σο­φι­κὴ ἀ­λα­ζο­νι­κὴ αὐ­τα­ρέ­σκεια, τοὐτέ­στιν ἄ­νευ ἴ­χνους τα­πει­νώ­σε­ως. Αὐ­τὸς ἦ­ταν πι­θα­νό­τα­τα καὶ ὁ λό­γος ποὺ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη κί­νη­ση ἀ­πέ­τυ­χε τε­λι­κά, ἐ­κτρε­πό­με­νη μά­λι­στα καὶ σὲ ἐ­ξί­σου αὐ­τά­ρε­σκες (νεο-νι­κο­λα­ϊ­τι­κές, εὐ­δαι­μο­νι­στι­κὲς ἢ ἄλ­λες) θε­ο­λο­γι­κὲς πλά­νες. Ἡ κα­τά­λη­ξη εἶ­ναι βε­βαί­ως γνω­στή, μὲ ἐμ­φα­νέ­στε­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­σφα­λῶς τὴν τρα­γι­κὴ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κη κα­τάν­τια τοῦ πά­λαι πο­τὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος (ἂν μὴ τί ἄλ­λο) χώ­ρου τῆς «Σύ­να­ξης», ἀλ­λὰ βε­βαί­ως καὶ τὴν πε­ρί­πτω­ση δι­α­νο­η­τῶν τύ­που Ῥάμ­φου, ποὺ ὄ­χι μό­νο δὲν μπό­ρε­σαν πο­τὲ τους νὰ γί­νουν… Κόν­το­γλου, ἀλ­λὰ ὑ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς πλά­νης τους κα­τάν­τη­σαν τε­λι­κὰ ἐ­δῶ καὶ χρό­νια νε­ο­τα­ξί­τες ἀ­πο­λο­γη­τὲς τῆς Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης καὶ θλι­βε­ρὰ ἐ­ξα­πτέ­ρυ­γα τοῦ συ­στή­μα­τος. Πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως, γιὰ νὰ μὴν εἴ­μα­στε ἰ­σο­πε­δω­τι­κοί, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ κί­νη­ση στὸν και­ρό της, ἕ­ναν και­ρὸ βα­θιᾶς πνευ­μα­τι­κῆς ξη­ρα­σί­ας, ἔ­παι­ξε ἀ­ναμ­φί­βο­λα καὶ αὐ­τὴ τὸν ρό­λο μί­ας γέ­φυ­ρας, ὥ­στε κά­ποι­οι ἄν­θρω­ποι νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­στεῖα προ­τε­στάν­τι­κα κει­με­νά­κια τῶν θε­ο­λό­γων τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿50 καὶ τοῦ ᾿60 καὶ νὰ ξα­να­βροῦν τὸν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο, τὸν Γρη­γό­ριο Νύσ­σης, τὸν Συ­με­ὼν τὸν Νέ­ο Θε­ο­λό­γο, νὰ ξα­να­ψά­ξουν πί­σω στὴν Πα­ρά­δο­ση καὶ τὸν ξε­χα­σμέ­νο μας πνευ­μα­τι­κὸ πλοῦ­το. Καὶ ἐ­πει­δὴ τί­πο­τε δὲν πά­ει χα­μέ­νο, τὸν ρό­λο αὐ­τὸ τὸν συ­νέ­χι­σαν τὰ τε­λευ­ταῖα­ χρό­νια ἄλ­λες ὁ­μά­δες καὶ πα­ρέ­ες, βα­σι­σμέ­νες ἀ­ναμ­φί­βο­λα σὲ πιὸ ὑ­γι­εῖς καὶ στέ­ρε­ες πνευ­μα­τι­κὲς βά­σεις.
Βλέ­που­με ὅ­μως ὅ­τι (ἴ­σως ἐ­πει­δὴ καὶ νὰ ζοῦ­με σὲ ἔ­σχα­τους και­ροὺς) ὁ Θε­ὸς ἐ­πέ­τρε­ψε στὸ ἐν Ἑλ­λά­δι σύ­στη­μα νὰ ἀ­να­δι­πλω­θῆ καὶ νὰ ἀν­τε­πι­τε­θῆ. Ὁ λό­γος ἄλ­λω­στε εἶ­ναι ἀ­να­φαν­δὸν γιὰ ἕ­να σύ­στη­μα ποὺ βρι­σκό­ταν πάν­το­τε σὲ εὐ­θεί­α ἐ­ξάρ­τη­ση (ἐν­το­λο­δό­χου) ἀ­πὸ τὴν παγ­κό­σμια κρα­ται­ὰ σι­ω­νι­στι­κὴ συμ­μο­ρί­α καὶ εἶ­χε ὡς ἐκ τού­του ἄ­πει­ρα ὑ­λι­κὰ μέ­σα στὴ δι­ά­θε­σή του. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ νέ­α αὐ­τὴ ἐ­πί­θε­ση δὲν ἐκ­φύ­λι­σε μό­νο κά­ποι­ες πα­ρέ­ες θε­ο­λο­γούν­των δι­α­νο­η­τῶν τοῦ ὕ­στε­ρου 20οῦ αἰ­ῶ­να σὲ πλα­νε­μέ­νες πα­ρα-ὀρ­θό­δο­ξες σέ­χτες, οὔ­τε δι­έ­λυ­σε μό­νο μὲ τὸ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κό της δη­λη­τή­ριο τὶς θε­ο­λο­γι­κὲς σχο­λές, οὔ­τε γέν­νη­σε μό­νο τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὰ ἀ­πε­ρι­νό­η­τη τρα­γι­κω­μω­δί­α τῆς (αὐ­το­φε­ρό­με­νης ὡς) «με­τα-πα­τε­ρι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας», ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ δι­ά­βρω­σε μό­νο τοὺς πλεί­στους τα­γοὺς τῆς ἑλ­λα­δι­κῆς δι­οι­κοῦ­σας Ἐκ­κλη­σί­ας. Τὴν ἐ­πί­θε­ση αὐ­τὴ τὴν ἔνοιω­σε στὸ πε­τσὶ του ἐν τέ­λει μέ­χρι καὶ ὁ Ἁγι­ο­ρεί­τι­κος μο­να­χι­σμός: ἡ ἐκ­κο­σμί­κευ­ση καὶ ἡ ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ (καὶ κοι­νο­τι­κὰ κε­φά­λαι­α) ἦ­ταν δυ­στυ­χῶς γιὰ τὸν τε­λευ­ταῖο­ ἡ ἄλ­λη (καὶ ὁ­λωσ­δι­ό­λου θλι­βε­ρὴ) ὄ­ψη τοῦ νο­μί­σμα­τος – σὲ σχέ­ση μὲ τὴν προ­α­να­φερ­θεῖ­σα του ἄν­θη­ση.
Καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με πλέ­ον καὶ μὲ ἄλ­λα λό­για (καὶ κα­θὼς συ­νε­χί­ζου­με βε­βαί­ως νὰ μι­λᾶ­με γιὰ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ταυ­τό­τη­τα): ὡς ἄ­με­ση καὶ βα­σι­κό­τα­τη συ­νέ­πεια αὐ­τῆς τῆς ἔ­σχα­της ἐ­πί­θε­σης ζοῦ­με σή­με­ρα μί­α ἀ­κό­μη νέ­α με­γά­λη με­τάλ­λα­ξη. Καὶ αὐ­τὴ πλέ­ον δὲν ἀ­φο­ρᾶ ἀ­σφα­λῶς μό­νο σ᾿ ἐ­μᾶς τοὺς Ἕλ­λη­νες, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να φαι­νό­με­νο παγ­κό­σμιο. Ζοῦ­με τὴν ἀ­πό­πει­ρα ἐ­πι­βο­λῆς τοῦ τέ­λους τῶν Θρη­σκει­ῶν, μέ­σα ἀ­πὸ μί­α ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς τε­χνη­τὴ δι­α­δι­κα­σί­α ἑ­νὸς γε­νι­κό­τε­ρου θρη­σκευ­τι­κοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ, ποὺ ἔ­χει ὡς ἄ­με­σους στό­χους του τὴν ἄμ­βλυν­ση τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν λα­ῶν, τὴ στα­δια­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση (μέ­σα ἀ­πὸ τὴ μι­θρι­δα­τι­κὴ ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὶς συ­νε­χεῖς ἐ­πα­φές, τοὺς «δι­α­λό­γους» καὶ τὶς συμ­προ­σευ­χὲς) τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν τους ἰ­δι­αι­τε­ρο­τή­των καὶ τὴν ψυ­χο­λο­γι­κή τους προ­ε­τοι­μα­σί­α γιὰ τὸ σερ­βί­ρι­σμα τῆς νε­ο­ε­πο­χί­τι­κης παν­θρη­σκεια­κῆς σα­λά­τας, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ πα­ρα­σκευ­ὴ βρί­σκε­ται ἤ­δη ἐν πλή­ρῃ ἐ­ξε­λί­ξει. Ποι­οὶ εἶ­ναι τώ­ρα αὐ­τοὶ ποὺ τὴν πα­ρα­σκευά­ζουν καὶ τὴ σερ­βί­ρουν, μὲ ὄρ­γα­να τὰ κα­τὰ τό­πους «πα­πα­γα­λά­κια» τους; Μὰ ἀ­σφα­λῶς τὰ ἴ­δια ἀ­φεν­τι­κὰ ποὺ προ­ω­θοῦν καὶ τὶς ἄλ­λες ἀ­πό­πει­ρες συγ­κρη­τι­σμοῦ, σὲ εὐ­ρύ­τε­ρα πο­λι­τι­σμι­κὸ πλέ­ον καὶ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἀ­πό­πει­ρες φυ­σι­κὰ ὑ­πο­κρύ­πτον­ται στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο ἀ­νά­γνω­σης τῆς λε­γό­με­νης Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης.
Γιὰ τὴν Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση θὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ ξε­κα­θα­ρί­σου­με ὅ­τι δὲν ἔ­χει μό­νο τὶς δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς δι­α­στά­σεις (τὶς ὁ­ποῖ­ες ὅ­λοι λί­γο-πο­λὺ γνω­ρί­ζουν), ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λες, πο­λὺ βα­θύ­τε­ρες πα­ρα­μέ­τρους (τὶς ὁ­ποῖ­ες πο­λὺ λι­γό­τε­ροι ἔ­στω ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ται). Καὶ ἐν­νο­ῶ φυ­σι­κὰ τὴν πλή­ρη πνευ­μα­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­α­πλα­νη­τι­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση, ἡ ὁ­ποί­α προ­ω­θεῖ­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἄ­ο­κνες προ­σπά­θει­ες γιὰ δι­ά­λυ­ση τῶν Θρη­σκει­ῶν, τῶν ἐ­θνι­κῶν πο­λι­τι­σμῶν καὶ τῶν ἐ­θνι­κῶν γλωσ­σῶν. Καὶ νὰ ξε­κα­θα­ρί­σου­με ἀ­κό­μη ὅ­τι τὸ παι­χνί­δι ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ παί­ζε­ται πά­νω στὸν πλα­νή­τη, εἶ­ναι πρω­τί­στως πνευ­μα­τι­κὸ καὶ θρη­σκευ­τι­κὸ – καὶ ἐν­τε­λῶς δευ­τε­ρευ­όν­τως πο­λι­τι­κὸ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κό. Σὲ πεῖ­σμα ὅ­λων τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων ποὺ ἑ­δρά­ζον­ται στὸ (ἐ­νί­ο­τε χρή­σι­μο μέν, ἀλ­λὰ βε­βαί­ως καὶ ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἁ­πλο­ϊ­κὸ) μαρ­ξι­στι­κὸ μον­τέ­λο, εἶ­ναι ἀ­ρί­δη­λο ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ ὑ­πο­τα­γὴ τῶν λα­ῶν ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὸ μέ­σο γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή τους ἅ­λω­ση – καὶ ὄ­χι τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Αὐ­τὸ δεί­χνουν δυ­στυ­χῶς ἐ­νί­ο­τε νὰ τὸ ἀ­γνο­οῦν ἀ­κό­μη καὶ κά­ποι­οι πο­λὺ σο­βα­ροὶ -κα­τὰ τὰ ἄλ­λα- καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λο­προ­αί­ρε­τοι με­λε­τη­τὲς τοῦ «δι­κοῦ» μας εὐ­ρύ­τε­ρου χώ­ρου, ποὺ ὅ­μως ἔ­τσι ἀ­δυ­να­τοῦν ἀ­σφα­λῶς νὰ ἑρ­μη­νεύ­σουν τὸ τί πραγ­μα­τι­κὰ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες παγ­κό­σμι­ες ἐ­ξε­λί­ξεις. Καὶ ἐν­νο­ῶ φυ­σι­κὰ ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς καὶ τὴ λε­γό­με­νη «παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α π.χ. εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς κω­μι­κὸ τὸ νὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ τὴν ἀ­πο­δώ­σου­με (καὶ τὸ λέ­ω πο­λὺ σχη­μα­τι­κὰ) σὲ μί­α ἁ­πλῶς κρί­ση τοῦ κα­πι­τα­λι­στι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἀν­τί­θε­τα, αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρί­γρα­πτα ἐ­κτρω­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὅ­που ἅ­πας οὐ­σι­α­στι­κὰ ὁ πλα­νή­της ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χρω­στᾶ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη πο­σὰ σὲ κά­ποι­α ὁ­λό­τε­λα μυ­στη­ρι­ώ­δη κέν­τρα καί… πα­ρά­κεν­τρα (τύ­που Παγ­κό­σμιας Τρά­πε­ζας ἢ ἑ­τέ­ρων συ­να­φῶν… φι­λαν­θρω­πι­κῶν σω­μα­τεί­ων), πο­σὰ μά­λι­στα ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­φί­σταν­ται κἄν, εἶ­ναι μί­α ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­γη­θῆ μὲ οἰ­κο­νο­μι­κοὺς ὅ­ρους. Μπο­ρεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ καὶ μό­νο μὲ πνευ­μα­τι­κούς. Εἶ­ναι προ­δή­λως μί­α ἀ­πο­λύ­τως τε­χνη­τὴ καὶ κα­τευ­θυ­νό­με­νη ἐ­ξέ­λι­ξη, ποὺ στο­χεύ­ει  ἀ­φ᾿ ἑ­νὸς στὴν ἀ­να­κα­τα­νο­μὴ τοῦ παγ­κό­σμιου πλού­του καὶ ἀ­κο­λού­θως τὴ συγ­κέν­τρω­σή του στὰ χέ­ρια ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ρων (καὶ βα­σι­κό­τα­των -κα­τὰ θαυ­μα­στή… σύμ­πτω­ση- με­λῶν τῆς σι­ω­νι­στι­κῆς μα­φί­ας) καὶ ἀ­φ᾿ ἑ­τέ­ρου στὴν παγ­κό­σμια ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποί­η­ση, ποὺ ἁ­πλού­στα­τα θὰ δι­α­μορ­φώ­σει τὶς κα­τάλ­λη­λες οἰ­κο­νο­μι­κές, κοι­νω­νι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς συν­θῆ­κες γιὰ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ νέ­ου με­γά­λου παγ­κο­σμί­ου δόγ­μα­τος.
Καὶ βε­βαί­ως τὸ νέ­ο αὐ­τὸ δόγ­μα εἶ­ναι «Μί­α θρη­σκεί­α – Μί­α οἰ­κο­νο­μί­α – Ἕ­νας πο­λι­τι­σμὸς – Μί­α ἡ­γε­σί­α». Ὅ, τι κι ἂν σᾶς θυ­μί­ζει αὐ­τὸ (εἴ­τε Τζὼρτζ Ὄρ­γου­ελ, εἴ­τε Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­ω­άν­νη) ἡ οὐ­σί­α δὲν ἀλ­λά­ζει. Καὶ τὸ δόγ­μα αὐ­τό, γιὰ νὰ ἐ­πι­βλη­θῆ, προ­ϋ­πο­θέ­τει λα­οὺς ἀ­παί­δευ­τους, ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νους, ἐ­θνι­κὰ δι­α­λυ­μέ­νους, γλωσ­σι­κὰ κα­τε­στραμ­μέ­νους καὶ θρη­σκευ­τι­κὰ ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νους. Καὶ ταυ­τό­χρο­να βε­βαί­ως λα­οὺς κα­τα­βε­βε­βλη­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν φό­βο, ὅ­θεν καὶ ἡ συ­νε­χό­με­νη ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια τρο­μο­λα­γνεί­α μὲ τὶς δῆ­θεν Ἂλ Κά­ϊν­τες, τὶς δῆ­θεν ἐ­πι­δη­μί­ες καὶ παν­δη­μί­ες καὶ τὴν ἐ­πί­σης δῆ­θεν ἀ­πει­λή τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κα­τάρ­ρευ­σης (ποὺ φυ­σι­κά, ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, εἶ­ναι ὄν­τως ἀ­πει­λή, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οὐ­δε­μί­αν σχέ­σιν ἔ­χου­σα μ᾿ αὐ­τὸ ποὺ μᾶς σερ­βί­ρουν κα­θη­με­ρι­νὰ τὰ ἐγ­κά­θε­τα ΜΜΕ). Τὰ πάν­τα – ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ κου­ρε­λο­γρα­φή­μα­τα τύ­που Ῥε­πού­ση καὶ τὴ δῆ­θεν ἀ­νάγ­κη ἐ­πα­να­προ­σέγ­γι­σης τῆς Ἱ­στο­ρί­ας (ὥ­στε νὰ πά­ψη νά…«δι­χά­ζη»), ἕ­ως τὴν «ἀ­νάγ­κη» γιὰ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­τρα καὶ ἕ­ως τὶς ἀγ­κα­λι­ὲς τῶν Ἱε­ραρ­χῶν μας μὲ τοὺς καρ­δι­νά­λιους καὶ τοὺς ἰ­μά­μη­δες – εἶ­ναι ὅ­λα σε­λί­δες τοῦ ἴ­διου ἀ­κρι­βῶς βι­βλί­ου, σε­λί­δες φαι­νο­με­νι­κὰ μό­νο (γιὰ τοὺς ἀ­νυ­πο­ψί­α­στους ἀ­φε­λεῖς) δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­τα­ξύ τους. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πη­γὴ ξε­κι­νᾶ καὶ ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ ἀ­γα­πο­λο­γί­α μὲ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο σκο­πὸ τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­ση τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν φα­να­τι­σμῶν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α γιὰ τὴν ἀ­νάγ­κη «σε­βα­σμοῦ τοῦ δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ», «κα­τα­νό­η­σης τοῦ Ἄλ­λου» καὶ προ­σέγ­γι­σης τῶν λα­ῶν μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γνω­στὸ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὸ μον­τέ­λο. Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τέ­λος πη­γὴ ξε­κι­νᾶ καὶ ἡ τρο­μο­λα­γνεί­α. Ἤ­δη ἐ­δῶ καὶ χρό­νια μά­λι­στα ἀ­κού­γον­ται ἀ­πὸ ἐ­πί­ση­μα χεί­λη καὶ φω­νὲς γιὰ τὴν «ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μί­ας Παγ­κό­σμιας Κυ­βέρ­νη­σης». Φω­νὲς ποὺ εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι θὰ πολ­λα­πλα­σια­στοῦν στὸ ἄ­με­σο μέλ­λον. Καὶ θὰ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται συ­νε­χῶς, μέ­χρι νὰ πει­στοῦν ὅ­λοι ὅ­τι ὁ πλα­νή­της βα­δί­ζει πρὸς τὸν ὄ­λε­θρο – καὶ ἔ­χει συ­νε­πῶς ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να Παγ­κό­σμιο Σω­τῆρα.
Ἂς ἐ­πι­στρέ­ψου­με ὅ­μως στὸν θρη­σκευ­τι­κὸ συγ­κρη­τι­σμό, τὴ βα­σι­κὴ -ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω- πα­ρά­με­τρο ὅ­λου αὐ­τοῦ τοῦ παι­χνι­διοῦ ποὺ ἀ­πο­σκο­πεῖ στὴν ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τοῦ πλα­νή­τη καὶ ἀ­πει­λεῖ νὰ κα­τα­πιῆ καὶ νὰ συγ­χω­νεύ­ση ὅ­λες τὶς ἐ­θνι­κὲς ταυ­τό­τη­τες (καὶ ἀ­νά­με­σά τους βε­βαί­ως -καὶ ἴ­σως πρω­τί­στως- καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κή). Καὶ αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι μαί­νε­ται ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες μὲ τὴ συ­νε­νο­χὴ ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡμῶν τῶν ἰ­δί­ων. Τί­πο­τε ἄλ­λω­στε δὲν γί­νε­ται διὰ τῆς βί­ας. Κα­νεὶς δὲν ἀ­ναγ­κά­ζει π.χ. τὸν μέ­σο νε­ο­έλ­λη­να νὰ θε­ω­ρεῖ τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὸν Οἰ­κου­με­νι­σμὸ ὡς φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κὸ φα­να­τι­σμό. Αὐ­τὸ ἀ­πορ­ρέ­ει ἐμ­φα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποί­η­ση τῆς πί­στης τῶν πα­τέ­ρων του, αὐ­τὸ ποὺ συ­νέ­βη δη­λα­δή, ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, τὰ τε­λευ­ταί­α 200 χρό­νια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α με­τα­τρέ­πε­ται σέ… Χρι­στι­α­νι­σμό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ σύ­να­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Πο­τή­ριο ἐκ­φυ­λί­ζε­ται (μέ­σα στὸ μυα­λὸ τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων) σὲ νε­ο­που­ρι­τα­νι­κὸ κώ­δι­κα εὐ­σε­βι­σμοῦ, ὅ­λα πλέ­ον εἶ­ναι σχε­τι­κὰ καὶ συ­νε­πῶς ἀμ­φι­σβη­τή­σι­μα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς δη­λα­δὴ καὶ κά­θε ἄλ­λη ἰ­δε­ο­λο­γί­α. Κα­νεὶς δὲν ἀ­ναγ­κά­ζει ἐ­πί­σης τὴν ἑλ­λα­δι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α νὰ ἐκ­προ­σω­πεῖ­ται στα­θε­ρὰ στὴν πα­ρω­δί­α τοῦ -αὐ­το­φε­ρό­με­νου ὡς- Παγ­κο­σμί­ου Συμ­βου­λί­ου Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Καὶ κα­νεὶς βέ­βαι­α δὲν ἀ­ναγ­κά­ζει τέ­λος συγ­κε­κρι­μέ­νους ὑ­ψη­λό­βαθ­μους κλη­ρι­κούς μας ἢ με­γα­λο­κα­θη­γη­τά­δες Θε­ο­λο­γι­κῶν σχο­λῶν νὰ συ­να­γε­λά­ζον­ται σὲ δι­α­θρη­σκεια­κὲς λα­τρευ­τι­κὲς μυ­στι­κο­συ­νά­ξεις μα­ζὶ μὲ καρ­δι­νά­λιους, πά­στο­ρες, γκου­ρού, ἰ­μά­μη­δες καὶ μά­γους.
Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ὅ­μως, μί­α ποὺ ἔ­γι­νε ἀ­να­φο­ρὰ στὸν Οἰ­κου­με­νι­σμό, δὲν θὰ ἐ­στε­ρεῖ­το ση­μα­σί­ας νὰ εἰ­πω­θοῦν κά­ποι­α πράγ­μα­τα καὶ γι᾿ αὐ­τόν, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ κομ­βι­κῆς ση­μα­σί­ας ἔν­νοι­α στὴν πο­ρεί­α πρὸς τὴ δι­α­μόρ­φω­ση αὐ­τῆς τῆς νέ­ας παγ­κό­σμιας ταυ­τό­τη­τας, τοῦ θρη­σκευ­τι­κὰ ἑ­νια­ίου homo universalis. Ὁ τε­λι­κὸς στό­χος, ποὺ εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ παγ­κό­σμια Παν­θρη­σκεί­α καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο εὐ­αγ­γε­λί­ζον­ται τὰ ὄρ­γα­να τῆς Νέ­ας Τά­ξης καὶ τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, προ­ϋ­πο­θέ­τει κα­τ᾿ ἀρ­χὰς τὴν ἑνο­ποί­η­ση τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου (ἢ τέ­λος πάν­των τοῦ φε­ρό­με­νου ὡς χρι­στι­α­νι­κοῦ). Καὶ τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι φυ­σι­κὰ ἡ πε­ρί­φη­μη «Ἕ­νω­ση τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες κι­νή­σεις πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια.
Εἶ­ναι γνω­στὸ βε­βαί­ως ὅ­τι πολ­λοὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὅ­λη τὴν πο­λε­μι­κὴ κα­τὰ τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἑνω­σια­κῶν κι­νή­σε­ων, ὡς ὑ­περ­βο­λὴ ἢ καὶ ὡς πραγ­μα­τεί­α πε­ρί… ὄ­νου σκιᾶς. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ θε­ω­ροῦν ὅ­τι σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τί­πο­τε τὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το δὲν μᾶς χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τοὺς Φραγ­κο­λα­τί­νους, ὁ­πό­τε κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ τε­λει­ώ­νει ἐ­πι­τέ­λους αὐ­τὴ ἡ χι­λι­ό­χρο­νη δι­χα­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἴ­σως πά­λι καὶ νὰ ἐν­στερ­νί­ζον­ται καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ τε­χνη­έν­τως ὑ­πο­βο­λι­μαῖ­α πε­ρὶ «ἀ­γά­πης» καὶ «ὁ­μό­νοι­ας». Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως καὶ ἡ πολ­λὴ «ἀ­γά­πη» βλά­πτει ἐ­νί­ο­τε τὴν… ὑ­γεί­α, θὰ ἄ­ξι­ζε ἴ­σως τὸν κό­πο στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ νὰ ποῦ­με ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα, ἔ­στω καὶ ἀ­δρο­με­ρῶς, μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό τους ὄ­νο­μα…
Καὶ κα­τ᾿ ἀρ­χὰς ὀ­φεί­λου­με νὰ ξε­κα­θα­ρί­σου­με ὅ­τι οἱ θε­ο­λο­γι­κὲς δι­α­φο­ρὲς μὲ τὴ Δύ­ση εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα χα­ώ­δεις καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χουν πά­ψει στὸ πα­ρα­μι­κρὸ νὰ ὑ­φί­σταν­ται. Ὅ­σο κι ἂν εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν τε­λι­κὴ ρή­ξη τοῦ 1054 ἔ­παι­ξαν ῥό­λο καὶ πο­λι­τι­κὰ αἴ­τια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σφα­λῶς ὑ­περ­το­νί­ζουν οἱ ἐγ­κά­θε­τοί τοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ), εἶ­ναι ἀ­κό­μη πιὸ σί­γου­ρο ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νὸς ἐ­πι­στέ­γα­σε ἁ­πλῶς τυ­πι­κὰ μί­α μα­κραί­ω­νη δι­α­φο­ρο­ποι­η­τι­κὴ πο­ρεί­α, ποὺ στὰ μέ­σα τοῦ 11ου αἰ­ῶ­να ἦ­ταν πλέ­ον μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη. Ἐ­πρό­κει­το οὐ­σι­α­στι­κὰ γιὰ δύ­ο κό­σμους σὲ πλή­ρη ἀ­πό­κλι­ση ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ ὄ­χι μό­νο δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἑ­νο­ποι­ή­ση, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­κα­νε τὸ με­τα­ξύ τους χά­σμα ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­γε­φύ­ρω­το, για­τί ἁ­πλού­στα­τα ἡ (ἀρ­χι­κῶς λα­τι­νι­κὰ ἁ­πλο­ϊ­κὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως καὶ γερ­μα­νι­κὰ ἐκ­βαρ­βα­ρι­σμέ­νη) Δύ­ση -σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ βα­θιὰ μυ­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς- πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σε νὰ φτά­ση μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ μί­α κον­τό­φθαλ­μη, ὀρ­θο­λο­γι­στι­κὴ καὶ μέ­σῳ ἁ­πλο­ϊ­κῶν δι­κα­νι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων ἀ­πό­πει­ρα κα­τα­νό­η­σης καὶ ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ Θεί­ου. Ἡ θε­με­λι­ώ­δης αὐ­τὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση, ποὺ τυγ­χά­νει καὶ ἡ κύ­ρια γε­νε­σι­ουρ­γὸς αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν ἐ­πι­μέ­ρους δυ­τι­κῶν δογ­μα­τι­κῶν πα­ρεκ­κλί­σε­ων (οἱ ὁ­ποῖ­ες φυ­σι­κὰ δὲν ἀ­φο­ροῦν μό­νο στὸ filioque ἢ στὸ πρω­τεῖ­ο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης πά­ρα πολ­λὲς καὶ οὐ­σι­α­στι­κές, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα οἱ οἰ­κου­με­νι­στὲς δι­α­πρυ­σί­ως δι­α­κη­ρύτ­τουν), κα­τὰ κα­νέ­να τρό­πο δὲν ἔ­χει ἔ­στω ἐ­ξο­μα­λυν­θεῖ. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο φυ­σι­κὰ οὐ­δὲν ση­μεῖ­ον ἐ­πα­φῆς ὑ­φί­στα­ται τό­σο μὲ ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νον­θύ­λευ­μα ποὺ ἀ­παρ­τί­ζουν τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα καὶ θε­ο­λο­γι­κῶς ἔ­ω­λα προ­τε­στάν­τι­κα πα­ρα­μά­γα­ζα, ὅ­σο καὶ μὲ τὶς ἄλ­λες θρη­σκεῖ­ες. Καὶ βέ­βαι­α ἡ ὑ­πο­βο­λι­μαί­α βλα­κώ­δης «δι­α­πί­στω­ση» πὼς «ὅ­λοι στὸν ἴ­διο Χρι­στὸ πι­στεύ­ου­με» (βλα­κώ­δης, για­τί ἁ­πλού­στα­τα δ έ ν πι­στεύ­ου­με στὸν ἴ­διο Χρι­στό), ἴ­σως νὰ εἶ­χε κά­ποι­ο νό­η­μα σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποί­η­σης τῆς πί­στης, σὰν κι αὐ­τὴν ποὺ ἀ­να­φέρ­θη­κε πρίν, ἢ θε­ώ­ρη­σης τῆς ἔν­νοι­ας τῆς θέ­ω­σης ὡς ἀ­το­μι­κῆς ὑ­πό­θε­σης τοῦ κα­θε­νὸς (ὁπότε θὰ μπο­ροῦ­σε πράγ­μα­τι νὰ ὑ­πο­τε­θῆ καὶ ἡ δυ­νη­τι­κή της πραγ­μά­τω­ση μέ­σα ἀ­πὸ πολ­λοὺς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς δρό­μους). Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἐ­δῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οὔ­τε πε­ρὶ ἰ­δε­ο­λο­γί­ας πρό­κει­ται, οὔ­τε πε­ρὶ πρά­ξε­ως πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νης ἰ­δι­ω­τεί­ας, εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι κά­θε ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πό­πει­ρα σύγ­χυ­σης καὶ συγ­κρη­τι­σμοῦ, μό­νο ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ ἀ­ρύ­ε­ται. Ὑπ­᾿ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα, ἐν­νο­εῖ­ται ἀ­σφα­λῶς ὅ­τι τὴν ἀ­κό­μη εὐ­ρύ­τε­ρη δι­α­θρη­σκεια­κὴ «δι­α­πί­στω­ση» ὅ­τι «ὅ­λοι στὸν ἴ­διο… Θε­ὸ πι­στεύ­ου­με», ἀ­πα­ξι­ῶ ἐ­δῶ ἀ­κό­μη καὶ νὰ τὴ σχο­λιά­σω.
Πε­ραι­τέ­ρω μά­λι­στα, ὀ­φεί­λου­με ἀ­κό­μη νὰ ξε­κα­θα­ρί­σου­με ὅ­τι ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας ὁ ὅ­ρος «Δι­ά­λο­γος με­τα­ξὺ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν» εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἀ­νυ­πό­στα­τος καὶ μό­νο κα­τὰ (ὁ­λωσ­δι­ό­λου θλι­βε­ρὴ) οἰ­κο­νο­μί­α μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­πάρ­χουν Ἐκ­κλη­σί­ες, ἄ­ρα πῶς νά… δι­α­λε­χθοῦν καὶ πῶς ἀ­κο­λού­θως νὰ προ­σπα­θή­σουν καὶ νά… ἑ­νω­θοῦν; Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἁ­πλού­στα­τα μί­α – ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ἀ­πο­τε­λοῦν ἁ­πλῶς βά­ναυ­σες ἐ­κτρο­πὲς καὶ κα­ρι­κα­του­ρί­στι­κες ἀλ­λοι­ώ­σεις. Καὶ ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἐ­κτρο­πές, δὲν ἐ­πε­νερ­γεῖ­ται ἐ­κεῖ διὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε! Ἀ­πὸ τὸ Σχί­σμα καὶ ἑ­ξῆς οἱ Φραγ­κο­λα­τί­νοι οὔ­τε ἁ­γί­ους βγά­ζουν, οὔ­τε ἱ­ε­ρω­σύ­νη ἔ­χουν, οὔ­τε μυ­στή­ρια. Ὅ­σα γί­νον­ται μέ­σα στοὺς να­οὺς τους ἔ­κτο­τε πο­λὺ ἁ­πλὰ εἶ­ναι ὅ­λα ἄ­κυ­ρα. Πῶς λοι­πὸν ὑ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς ὅ­ρους νὰ ἐ­κτρα­ποῦ­με στὴ γνω­στὴ ἀ­νο­η­το­λο­γί­α πε­ρὶ ἐ­πα­νε­νώ­σε­ως; Ἡ μό­νη ἐ­πα­νέ­νω­ση ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ δε­χτοῦ­με (καὶ μα­κά­ρι βέ­βαι­α νὰ γι­νό­ταν) εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ τῶν δι­α­στρε­βλω­τῶν στὴν ἑ­νια­ία Ἐκ­κλη­σί­α τῶν πρώ­των αἰ­ώ­νων, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἴ­διοι πα­ρε­ξέ­κλι­ναν. Τὸ νὰ ἐ­πα­νε­νω­θοῦ­με ὅ­μως μὲ τοὺς δι­κούς τους θε­ο­λο­γι­κοὺς δογ­μα­τι­κοὺς ὅ­ρους ση­μαί­νει ὅ­τι αὐ­το­μά­τως ἐ­κτρε­πό­μα­στε καὶ ἐ­μεῖς, τὴν ὥ­ρα μά­λι­στα ποὺ ὁ ἐ­κτρω­μα­τι­κὸς (αὐ­το­φε­ρό­με­νος ὡς) «Χρι­στι­α­νι­σμὸς» τῆς Δύ­σης κα­ταρ­ρέ­ει μέ­σα στὶς ἁ­μαρ­τί­ες καὶ τὰ με­τα­φυ­σι­κά του ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ πάμ­πολ­λοι δυ­τι­κο­ευ­ρω­παῖ­οι δι­α­νο­η­τὲς μὲ ἀ­νη­συ­χί­ες βα­φτί­ζον­ται Ὀρ­θό­δο­ξοι. Ἐ­νῶ συμ­βαί­νουν λοι­πὸν αὐ­τά, εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἐ­μεῖς νὰ πε­τά­ξου­με στὰ σκου­πί­δια τὴ Φι­λο­κα­λί­α, τοὺς Νη­πτι­κοὺς καὶ τοὺς Ἡ­συ­χα­στές, καὶ νὰ γί­νου­με ἄ­νευ ἀν­τιρ­ρή­σε­ων μέ­ρος τοῦ δι­α­θρη­σκεια­κοῦ χυ­λοῦ, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς ἑ­τοι­μά­ζουν; Καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο βε­βαί­ως μά­λι­στα ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­δῶ τὸ ζή­τη­μα δὲν εἶ­ναι ποι­ὸς θὰ πα­ρα­σύ­ρει ποι­ὸν ὑ­πὸ τοὺς ὅ­ρους του ἢ ποι­ὸς θὰ κερ­δί­σει τίς… ἐν­τυ­πώ­σεις, δὲν πρό­κει­ται οὔ­τε γιὰ πο­λι­τι­κὸ παι­χνί­δι, οὔ­τε γιὰ θέ­μα προ­σω­πι­κῶν ἐ­γω­ϊσμῶν, οὔ­τε γιὰ θέ­μα «ἐ­θνι­κι­σμῶν», ἐ­πει­δὴ ἡ δι­κή μας πα­ρά­δο­ση εἶ­ναι -τά­χα- πιό… ὡ­ραῖα. Δὲν εἶ­ναι ζή­τη­μα… γο­η­τεί­ας λοι­πόν. Τὸ πρό­βλη­μα ἐ­δῶ ὑ­ψώ­νε­ται πλέ­ον σὲ ἐ­πί­πε­δο κα­θα­ρὰ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό. Ἐ­κτὸς Ἐκ­κλη­σί­ας, δί­χως τὴ σύ­να­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Πο­τή­ριο καὶ δί­χως μυ­στη­ρια­κὴ ζω­ή, δὲν ὑ­πάρ­χει Θέ­ω­ση, ἄ­ρα οὔ­τε καὶ σω­τη­ρί­α. Μι­λᾶ­με γιὰ τὴν ἴ­δια τὴν ψυ­χή μας λοι­πόν! Νὰ ποι­ὸ εἶ­ναι συ­νε­πῶς στὴν προ­κειμένη πε­ρί­πτω­ση τὸ μέ­γα δι­α­κύ­βευ­μα…
Ἂς βά­λου­με πάν­τως στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ μί­α τε­λεί­α. Κά­νου­με λό­γο ἄλ­λω­στε γιὰ ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λῆ γιὰ πολ­λὲς ὧ­ρες καὶ πού ἦ­ταν ἐ­ξαρ­χῆς δε­δο­μέ­νο ὅ­τι μό­νο ἀ­κρο­θι­γῶς θὰ κα­τα­πι­α­νό­μα­σταν μα­ζί του. Ἂς στα­μα­τή­σου­με λοι­πὸν κά­που ἐ­δῶ. Ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νον­τας μό­νο, μπο­ροῦ­με μὲ δύ­ο λό­για νὰ ποῦ­με ὅ­τι ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ θέ­μα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τάς μας, γνω­ρί­σα­με ἱ­στο­ρι­κὰ μία­ με­γά­λη βα­σι­κὴ με­τάλ­λα­ξη κα­τὰ τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο πε­ρί­που αἰ­ῶ­νες καὶ πλέ­ον εἴ­μα­στε στὰ πρό­θυ­ρα καὶ μί­ας δεύ­τε­ρης. Τὴν πρώ­τη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν πρέ­πει πάν­το­τε νὰ τὴν ἀ­πο­δί­δου­με σὲ κά­ποι­ο… ἔ­ξω­θεν κα­τα­χθό­νιο σχέ­διο, κα­θό­τι βε­βαί­ως οἱ σι­ω­νι­στι­κὲς ἐ­πι­βου­λὲς ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι πράγ­μα­τι μί­α πο­λὺ πα­λιὰ καὶ πο­λὺ σο­βα­ρὴ ὑ­πό­θε­ση, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἦ­ταν τε­ρά­στια καὶ ἡ δι­κή μας εὐ­θύ­νη – καὶ δὲν ἦ­ταν λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ στὸ παι­χνί­δι αὐ­τὸ τοῦ ἀ­πο­χρι­στι­α­νι­σμοῦ καὶ τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ τῆς σκέ­ψης μας, τῆς Παι­δεί­ας μας καὶ τοῦ ὅ­λου τρό­που ζω­ῆς μας, ἀ­πο­δει­χτή­κα­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι πο­λύ… βα­σι­λι­κό­τε­ροι τοῦ βα­σι­λέ­ως. Ἡ δεύ­τε­ρη ὅ­μως ἐ­πὶ θύ­ραις κεί­με­νη με­τάλ­λα­ξη εἶ­ναι μί­α ἱ­στο­ρί­α ποὺ κα­τευ­θύ­νε­ται κα­θα­ρὰ ἀ­πὸ ξέ­να κέν­τρα καὶ ἀ­πει­λεῖ νὰ μᾶς με­τα­τρέ­ψη σὲ μί­α ἄ­μορ­φη μά­ζα μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἀ­πρό­σω­πο παγ­κό­σμιο χυ­λό. Σὲ αὐ­τὴν τὴν ἀ­πό­πει­ρα ὀ­φεί­λου­με φυ­σι­κὰ νὰ ἀν­τι­στα­θοῦ­με μὲ ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις. Εἶ­ναι δύ­σκο­λο ἀ­σφα­λῶς, για­τί ζοῦ­με σὲ και­ροὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σχε­ρεῖς καὶ βα­θιὰ πα­ρακ­μια­κούς. Ἐ­πει­δὴ ὡ­στό­σο οἱ και­ροὶ εἶ­ναι τέ­τοι­οι, αὐ­τὸ -ὅ­σο κι ἂν ἀ­κού­γε­ται ὀ­ξύ­μω­ρο- ἐμ­πε­ρι­έ­χει αὐ­το­μά­τως κι ἕ­ναν… ἀ­έ­ρα αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας. Κά­πο­τε εἶ­χε πεῖ ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος ὅ­τι μί­α μέ­ρα θὰ ἔρ­θει στὴν Ἑλ­λά­δα με­γά­λη κρί­ση καὶ πολ­λὴ πεί­να καὶ τό­τε οἱ Ἕλ­λη­νες θὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν Θε­ό. Χω­ρὶς νὰ θέ­λω (πολ­λῷ δὲ μᾶλ­λον νὰ τολ­μῶ) νὰ τὸν ἑρ­μη­νεύ­σω, οἱ τρέ­χου­σες ἐ­ξε­λί­ξεις δεί­χνουν ὅ­τι ἴ­σως βρι­σκό­μα­στε στὰ πρό­θυ­ρα μί­ας πα­ρό­μοι­ας κα­τά­στα­σης. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­ναι βε­βαί­ως μᾶλ­λον φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἔ­τσι ὅ­πως κα­ταν­τή­σα­με, μί­α ἀ­μνη­σια­κή, ἀ­νό­η­τη καὶ πα­ρακ­μια­κὴ κοι­νω­νί­α, μᾶλ­λον μᾶς χρει­ά­ζε­ται μί­α με­γά­λη δο­κι­μα­σί­α, ἕ­να δυ­να­τὸ σόκ, μή­πως καὶ συ­νέρ­θου­με. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κο­νο­μι­κή, κοι­νω­νι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ κα­τα­βα­ρά­θρω­ση, πρὸς τὴν ὁ­ποί­α αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ­λο­τα­χῶς ὁ­δεύ­ου­με, ὅ­λο καὶ κά­τι κα­λὸ μπο­ρεῖ τε­λι­κὰ νὰ βγεῖ…
  
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , ΙΒ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2012

Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...