Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Βιβλίο για τον π. Σίμωνα Αρβανίτη. (μέρος Πρώτο)



σχόλιο Γ.Θ : Το πρώτο μέρος του βιβλίου του κ. Νικολάου Ζερβού για τον π. Σίμωνα Αρβανίτη.
Ολίγα Βιογραφικά, Νηστεία, Νοερά Προσευχή, Ομιλίες,  Προφητείες, Σημείωση, Παραπομπές.



 Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Ι Κ Ο    Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α

Τον μακαριστό μοναχό πατέρα Ζωσιμά τον πρωτογνώρισα τον  Ιούνιο του 2004. Τον επισκέφθηκα, τότε,  για κάποιο πρόβλημα με την υγεία μου. Μέχρι την κοίμησή του, τον Αύγουστο του 2010, τον επισκεπτόμουν τακτικά, είτε για μένα και τα μέλη της οικογενείας μου,  είτε για φίλους και γνωστούς, στους οποίους μιλούσα για τον πατέρα Ζωσιμά και εκδήλωναν την  επιθυμία να πάνε και αυτοί να τον επισκεφθούν. ΄Ετσι, τους πήγαινα ο ίδιος με το αυτοκίνητό μου από τη Σαλαμίνα στο Χαλάνδρι, μέσω της Αττικής Οδού,  και τους οδηγούσα μέχρι και την είσοδο του κελιού του πατέρα Ζωσιμά και έπαιρνα και εγώ την ευχή του. Αυτή ήταν η αμοιβή, που επεδίωκα.  Μεγάλος πλούτος η ευχή αυθεντικού πνευματικού ανδρός. ΄Ολοι αυτοί έλαβαν το θείο δώρο της ιάσεως από τις ασθένειές τους, κατά το μάλλον και ήττον. Δηλαδή, όπως πιστεύω, κατά το μέτρο της πίστεώς των.  Ο πατέρας Ζωσιμάς είχε το διορατικό χάρισμα να διαβλέπει την ψυχική κατάσταση του άλλου, και, αν έκρινε πως χρειαζόταν για το καλό του, τότε του μιλούσε ανοιχτά και ανάλογα,  προτού ο οποιοσδήποτε αυτός άλλος προλάβει να ανοίξει καν το στόμα του. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ ευεργετικό για τον κάθε πιστό, θερμό, αλλά και ψυχρό, με οπωσδήποτε θετικά αποτελέσματα.

 Διέμενε σε μια μονοκατοικία, στην οδό Αριστοφάνους 3, στο Χαλάνδρι. Του την είχε ευγενώς παραχωρήσει μια φιλόθεη κυρία, ώστε ο πατέρας Ζωσιμάς να επιτελέσει μέσα στον κόσμο το θεοφιλές μετά φιλοπονίας έργο του. Ένα έργο, στο οποίο του είχε αναθέσει να διακονήσει ο Γέροντάς του, ο μακαριστός ιερομόναχος π. Σίμων, κατά κόσμο Παναγιώτης Αρβανίτης, ο και αβραμιαίος αποκληθείς από τα πολυάριθμα πνευματικά του τέκνα, λόγω της χωρίς όρια έμπρακτης αγάπης του προς φιλοξενία. Το έργο ήταν ένα και μοναδικό: Να σώζει ανθρώπους.  Ωστόσο, και με πληθώρα παράπλευρων, ευεργετικών για τους πιστούς αποτελεσμάτων. Τουλάχιστον για όσους τον προσέγγιζαν και γονάτιζαν με πίστη μπροστά στον Τίμιο Σταυρό, με τον οποίο  ο πατέρας Ζωσιμάς τους σταύρωνε, ξεκινώντας από πολύ πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Ο κόσμος πάντα ουρά. Κάθε εργάσιμη ημέρα. Ο πατέρας Ζωσιμάς ανάσα δεν προλάβαινε να πάρει. Προτού καλά-καλά να βγει κάποιος από το δωμάτιο-κελί του, κάποιος άλλος ήταν ήδη έτοιμος να μπει. Εργαζόταν εξαντλητικά. Η νύχτα ήταν για τα μοναχικά του καθήκοντα. ΄Εφθανα ώρα πριν φέξει η μέρα. Μόλις έσπαγε το  σκοτάδι, εκεί στην αρχή της αυγής, τότε ο πατέρας Ζωσιμάς, ύστερα από τον ολονύκτιο αγώνα για τα μοναχικά του καθήκοντα, επέτρεπε λίγη, μικρή άνεση, ούτε μισή ώρα, στο παιδεμένο κορμί του. ΄Επρεπε να αρχίσει το έργο του, γιατί ο κόσμος, σαν σκιές, μαζευόταν νωρίς.

Εκτός όμως από το παραπάνω, εξαιρετικής σημασίας έργο του, ο πατέρας Ζωσιμάς ανέλαβε και ένα άλλο, επίσης σημαντικό έργο: Να μιλήσει  στον κόσμο για τον Γέροντά του, τον πατέρα Σίμωνα, γράφοντας ένα βιβλίο για τη ζωή και το έργο του, παρουσιάζοντας  γραπτές μαρτυρίες, κατά κανόνα επώνυμες, γι’ αυτό το έργο, αυτού του  «Γίγαντος», όπως μου τον χαρακτήρισε ο άγιορείτης, καυσοκαλυβίτης, μοναχός Γεράσιμος σε μία προ καιρού τηλεφωνική μας επικοινωνία.

Αξιομνημόνευτο, ότι και για το ανωτέρω συγγραφικό και εκδοτικό έργο, ο πατέρας Ζωσιμάς είχε λάβει σχετική εντολή, να το εκτελέσει, από τον Γέροντά του, τον πατέρα Σίμωνα, όταν και οι δύο ζούσαν και αγωνιζόντουσαν τον καλόν αγώνα, Γέροντας και υποτακτικός, στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στη Νέα Πεντέλη.  

Ο πατέρας Ζωσιμάς, ως γνήσιο τέκνο υπακοής, ανέλαβε με ζήλο και αυτή την προσπάθεια, αφού προηγουμένως είχε ζητήσει και λάβει την υπόσχεση από τον Γέροντά του, ότι από εκεί που θα ευρίσκεται, στους ουρανούς, θα έχει πάντα την αμέριστη βοήθειά του, για να τελειώσει το έργο καλά. Και έτσι έγινε, όπως και έπρεπε, διότι ο γραπτός λόγος είναι απόσταγμα δικαιοσύνης.  

Ο πατέρας Ζωσιμάς, από τότε που άρχισε να γράφει μέχρι την κοίμησή του, συνέγραψε και εξέδωσε όχι ένα, αλλά  πέντε βιβλία,
Τόμος Α΄, Τόμος Β΄, Τόμος Γ΄, Τόμος Δ΄ και Τόμος Ε΄, αναφερόμενα όλα στον Γέροντά του, στα θαύματα και στα θαυμάσιά του.

Ο υποφαινόμενος, τα βιβλία αυτά τα έχω όλα και τα διαβάζω κατ’ επανάληψη. Για μένα, αλλά και για πάρα πολλούς άλλους, αποτελούν ένα πραγματικό και καθαρό σαν το χρυσάφι Πνευματικό Κεφάλαιο. Αποτελούν μια πηγή, απ’ όπου πλούσια αναβλύζουν νάματα ιορδάνεια, ρείθρα χάριτος.  Από κάθε σελίδα τους, κάθε αράδα τους και από την όλη συγγραφή του πατρός Ζωσιμά εκτινάσσεται και εκπέμπεται μια ηχηρή αρμονία, εκ των  χιλιάδων θαυματουργικών ιάσεων και επεμβάσεων και παρεμβάσεων, περί της αναντίρρητης αγιότητας του μακαριστού πατρός Σίμωνος. Περί αυτού, κανένα από τις μυριάδες των πνευματικών του τέκνων δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία. Φυσικά, ούτε ο γράφων.

Ήδη, η προσωπική μου μαρτυρία για τα θαύματα του πατρός Σίμωνος, μέσω της ευχής και προσευχής προς αυτόν και τον Κύριο του υποτακτικού του πατρός Ζωσιμά, αλλά και του αιτουμένου τη χάρη, που ο ίδιος είδα και έζησα και πολύ ευεργετήθηκα, έχει συμπεριληφθεί στις σελίδες 95 - 107 του Ε΄ τόμου του πατρός Ζωσιμά. «Προσευχή εγώ, προσευχή εσύ όπως ξέρεις», συνήθιζε να μας λέει. ΄Ας έχουμε όλοι την ευχή τους.

Στο εν συνεχεία ολιγοσέλιδο πόνημα, που παραδίδω ανιδιοτελώς στην αγάπη των πιστών αδελφών, συνέλεξα μόνο όσα ευρίσκονται ειπωμένα από τον πατέρα Σίμωνα και περιλαμβάνονται στους ανωτέρω πέντε τόμους του πατρός Ζωσιμά, τα οποία παρουσιάζουν ένα κάποιο γενικώτερο ενδιαφέρον, όπως π.χ. οι προφητείες του.

Στο τέλος κάθε ενότητας υπάρχει μια παρένθεση και μέσα στις αγκύλες της είναι γραμμένο ένα κεφαλαίο γράμμα που παραπέμπει στον τόμο της συγγραφής του πατρός Ζωσιμά, ακολουθεί μία παύλα και ένας ή περισσότεροι αριθμοί, που παραπέμπουν στις σελίδες του τόμου, απ’ όπου ξεσήκωσα το σχετικό κείμενο. Π.χ., (Γ – 89), θα πει ότι το συγκεκριμένο κείμενο το βρήκα στον Γ΄ Τόμο, στη σελίδα 89, της συγγραφής του πατρός Ζωσιμά, κ.ο.κ.

Επίσης, φρονώ, δεν θα ήταν άσκοπο να επισημάνω, ότι μερικά σημεία, από τα αξιοπίστως μαρτυρούμενα ως λεχθέντα υπό του πατρός Σίμωνος, θα μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιο σκεπτικισμό στον φιλόθεο αναγνώστη. Παραδείγματος χάριν, σε κάποιο σημείο, ο π. Σίμων φέρεται να τονίζει σε μια πιστή ψυχή, ότι κατά την εποχή του έτους, όπου εμπερικλείεται η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, το αίμα του ανθρώπου περιστρέφεται κατά τετρακόσιες φορές ταχύτερα από τις άλλες εποχές του έτους, και συνεπώς ο οργανισμός του, ακόμα και ασθενής, αντέχει άνετα καθ’ όλη την διάρκεια της νηστείας της Σαρακοστής, να νηστέψει, ως προς τα φαγητά, όλες τις εβδομάδες χωρίς λάδι, εκτός από Σάββατα και Κυριακές, όπου επιτρέπεται το λάδι, πλην του Μεγάλου Σαββάτου, που είναι η μεγαλύτερη νηστεία του έτους για τους Χριστιανούς. ΄Η, σε κάποιο άλλο σημείο, ότι μια αγρυπνία στην εκκλησία ισοδυναμεί με σαράντα λειτουργίες.
Ωστόσο, όπως και να έχουν τα πράγματα, χωρίς να κρίνουμε, θα πρέπει να αναλογισθούμε, τουλάχιστον, προς ποια πρόσωπα τα έλεγε αυτά ο πατήρ Σίμων, κατά περίπτωση, διότι η μόνη του έννοια ήταν να σώζει ανθρώπους. Ο γράφων, αδιακρίτως πιστεύει σε όλα τον πατέρα Σίμωνα, άσχετα εάν το μικρό  έως ανύπαρκτο πνευματικό του ανάστημα δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί το βάθος των λεγομένων υπό του Γέροντος.
    Τέλος, οφείλω να τονίσω και κάτι ακόμα, έστω και αυτονόητο. Δηλαδή, το παρόν πόνημα ούτε κατά διάνοια θα ήταν δυνατόν να αντικαταστήσει το έργο του π. Ζωσιμά. Τα πέντε βιβλία του π. Ζωσιμά για τον μακαριστό Γέροντά του π. Σίμωνα, θα μπορούσαμε να τα φαντασθούμε σαν ένα πολύ μεγάλο ολάνθιστο κήπο, με κάθε είδους χιλιάδες πανέμορφα, πολύμορφα ολόδροσα άνθη και με κάθε είδους χιλιάδες μεθυστικές ευωδιές.
    Ο Θεός ο Πανάγαθος με οικονόμησε και επισκέφθηκα αυτό το εξαίσιο  περιβόλι. Το περιτριγύρισα και έλαβα χαρά ανείπωτη. Γνώρισα κι αυτόν που το φύτεψε. Κι εκείνος μου έδειξε αυτόν που το σχεδίασε. Και η χαρά μου γιγαντώθηκε κι έγινε ίλιγγος ανυψωτικός. ΄Εφτασε ίσαμε την Πύλη τ’ Ουρανού, ύμνος δοξολογικός στην Παναγαθότητα του Θεού του Υψίστου. Μέσα σ’ αυτή τη τρελή χαρά ο νους μου πήγε και στ’ αδέλφια μου, που ίσως δεν αξιωθούν να πάνε κι’ αυτοί στο ίδιο περιβόλι. Κάθισα κι’ έκοψα λίγα άνθη, ένα τόσο δα μικρό μπουκετάκι, να τους το χαρίσω  στο γυρισμό, να λάβουν μια ιδέα, να δοξάσουν κι’ αυτοί το Θεό! Και οι κηπουροί συγκατένευαν…

Παρακαλώ, συγχωρήστε με.

Σαλαμίνα, Τρίτη, 21 Φεβρ. 2012, της Τυρινής.
                        Σωθείημεν
Ο Ελάχιστος εν Χριστώ Ιησού αδελφός σας
                   Νικόλαος Ζερβός
                      Αναγνώστης


Διεύθυνση: Αγίου Δημητρίου 52Α΄ - Τ.Κ. 18900 Σαλαμίνα
                    Κινητό τ/φ: 6956 – 42 31 54


 
                      Α΄)  Ο Λ Ι Γ Α    Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Α

   Ο π. Σίμων, κατά κόσμο Παναγιώτης Αρβανίτης, γεννήθηκε στις Κουκουβάουνες Αττικής (σημερινή Μεταμόρφωση) το 1901, ανήμερα την Πρωτοχρονιά. Ο πατέρας του Γέροντα ονομαζόταν Αθανάσιος Αρβανίτης και καταγόταν από την Τριάδα, ένα αρβανιτοχώρι της ευρύτερης αρβανίτικης περιοχής των Ψαχνών Ευβοίας, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκε στις Κουκουβάουνες. Εκεί πήρε γυναίκα την Κυριακή Ανδρέου, που καταγόταν από πολυμελή οικογένεια. Ο Γέροντας υπήρξε ο δευτερότοκος υιός των γονέων του, εκ των τεσσάρων υιών που συνολικά απέκτησαν.
    Ο Παναγιώτης μικρός ήταν ένα χαριτωμένο παχουλό αγοράκι, κατάξανθο, με μάτια γαλανά. Στο χωριό ήταν πολύ αγαπητό παιδί και τον λάτρευαν τα συνομήλικά του παιδιά που τον είχαν πάντα αρχηγό τους.
   Μεγαλώνοντας βοηθούσε σημαντικά τον πατέρα του, συμβάλλοντας και αυτός με τον τρόπο του στα οικονομικά του σπιτιού. Σε ηλικία δεκατριών ετών ήταν ήδη μικρός πλανόδιος μανάβης. ΄Ηταν πολύ γερός. Σήκωνε, παιδάκι ακόμα, τσουβάλια με πατάτες 50 με 60 οκάδες βαρειά, δηλαδή κάπου 80 με 85 κιλά! Και αυτό, χωρίς να κουράζεται.
   Από μικρός είχε αρχίσει πνευματικό αγώνα. Ο πατέρας Ζωσιμάς γράφει ότι ο ίδιος ο Γέροντας του διηγήθηκε τα παρακάτω: ΄Ηταν μόλις δεκαπέντε χρόνων και ζήτησε από τον Θεό να μη ξαναθυμώσει ποτέ του και να μη ξαναπικράνει τον Κύριο. Σχεδόν αμέσως του ήρθε η δοκιμασία με έναν δασοφύλακα, που αναίτια χτύπησε αλύπητα μ’ ένα ξύλο επί ώρα τον νεαρό στιβαρό έφηβο. Ο Παναγιώτης, όση ώρα τον έδερνε ο δασοφύλακας, έλεγε συνεχώς μέσα του: «Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με να μη θυμώσω. Σου έδωσα το λόγο μου πως μέχρι εδώ ο θυμός μου. Σε παρακαλώ, Κύριέ μου, δυνάμωσέ με!» Στο τέλος έλαβαν χώρα θαυμάσια πράγματα. Ο δασοφύλακας, βλέποντας τον Παναγιώτη να μη βγάζει άχνα, τόση ώρα που τον έδερνε άγρια, διαλύθηκε η καρδιά του. Πέταξε το ξύλο μακριά και με δάκρυα στα μάτια έπεσε στα πόδια του αγοριού, ζητώντας του να τον συγχωρέσει. Ο Παναγιώτης, σχεδόν δεν ένιωθε τα χτυπήματα. Γυρίζοντας στο σπίτι του παρατήρησε το σώμα του στο μεγάλο καθρέφτη και δεν υπήρχε τίποτα απολύτως, ούτε αίματα ούτε καν μελανιές. (Α- 21 έως 30).

Ο μπάρμπα-Μήτσος, ο αδελφός του Γέροντα, διηγείται από τα νεανικά χρόνια του Γέροντα:
«Από μικρή ηλικία τον Παναγιώτη τον χάναμε από το σπίτι. Μόλις ερχόταν Σάββατο και σταματούσε από τη δουλειά του, έφευγε αμέσως και πήγαινε στα εξωκκλήσια που βρίσκονταν στη Ραπετώσα, στον άγιο Λουκά, στον προφήτη Ηλία και αλλού. Δεν άφηνε ξωκκλήσι για ξωκκλήσι. Εκεί προσευχόταν και μελετούσε. Γύριζε σπίτι την Κυριακή βράδυ, οπότε και έτρωγε. ΄Εμενε όλο το εικοσιτετράωρο νηστικός.

   Ο Παναγιώτης πήγε κανονικά στο στρατό, όπως όλοι. Ο λοχαγός του διέκρινε τον έντιμο χαρακτήρα του και βλέποντάς τον καλό παιδί και καλό χριστιανό, του ανέθεσε την υπηρεσία του αποθηκαρίου.
Στα χρόνια του πολέμου έκλεβαν πολλοί από τις αποθήκες. Ο Παναγιώτης αναγκαζόταν να έχει πάντα επάνω του το κλειδί, όταν πήγαινε να κοιμηθεί.
Μετά την οπισθοχώρηση απολύθηκε από το στρατό και γύρισε στο σπίτι του, όπου έμεινε δύο χρόνια. (Α – 30 έως 36).

   Ο Παναγιώτης επισκέφθηκε μερικές φορές το ΄Αγιον ΄Ορος. Όταν ήταν νέος του άρεσε να κάνει μεγάλες πορείες. Μια φορά ξεκίνησε από την Αθήνα και πήγε με τα πόδια στην Ουρανούπολη. Εκεί έβαλε τα ρούχα του στη πλάτη του και πήγε στο ΄Αγιον ΄Ορος κολυμπώντας!
    Στον μαστρο-Γιώργο τον Πανταζή διηγήθηκε αργότερα ο Γέροντας πως σε ηλικία 16 ετών πήγε μαζί με έναν φίλο του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου ΄Ορους. Εκεί οι Πατέρες ήταν συγκεντρωμένοι και περίμεναν τον Μητροπολίτη Νεκτάριο Κεφαλά, τον γνωστό μας ΄Αγιο Νεκτάριο, που θα τους επισκεπτόταν. ΄Ενας-ένας οι Πατέρες πήγαιναν με ευλάβεια και έπαιρναν την ευχή του Αγίου. Μετά τους Πατέρες ακολούθησαν και οι προσκυνητές. Με τη σειρά του πήγε και ο Παναγιώτης να πάρει την ευχή του Αγίου. Ο ΄Αγιος Νεκτάριος τον κράτησε από το χέρι και του είπε προφητικά: «Εσύ, παιδί μου, θα γίνεις Πνευματικός και θα σώσεις ψυχές. Στον άνθρωπο που θα έρχεται και θα λέει για πρώτη φορά την αμαρτία του, αλλά δεν ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν αμαρτία, να είσαι επιεικής και να μην τον αφήνεις να φύγει. Αν όμως έρθει και συνεχίζει την αμαρτία του, να του φανείς αυστηρός και να τον ελέγξεις».
   Η πρόρρηση του Αγίου Νεκταρίου πραγματοποιήθηκε, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Ο Παναγιώτης έγινε αργότερα π. Σίμων, που πραγματικά έσωσε πολλές ψυχές. (Α – 37/38).

   Το διάστημα, από την πρώτη απόπειρα αναχωρήσεως του Παναγιώτη σε σπήλαιο μέχρι που έγινε μοναχός, καλύπτεται από θαυμαστά γεγονότα, που δείχνουν ολοκάθαρα ότι, του Θεού ελεούντος και συνεργούντος, ο Παναγιώτης, με αλάλητους κόπους και μόχθους και προσφορά,  ακολουθούσε πλέον μια εξελικτική τροχιά, η οποία θα τον οδηγούσε στις πιο υψηλές, και κατά συνέπεια στις πιο καθαρές βιωματικές καταστάσεις της εν Χριστώ πνευματικής και ασκητικής ζωής.  
   ΄Ετσι, το 1929 ο Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων (Φωστίνης)  έκανε τον Παναγιώτη Μοναχό Σίμωνα. (Α – 38 έως 42).

   Ο μοναχικός βίος αποτέλεσε, για τον Μοναχό Σίμωνα πλέον, το νέο εφαλτήριο για νέους σκληρούς, επίπονους και επίμονους ασκητικούς αγώνες και διακονήματα. ΄Εδινε αλογάριαστα το αίμα της καρδιάς του για να γίνει αντάξιος της κλήσεως. Ο Μητροπολίτης τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε πολύ. Το ίδιο και οι Πατέρες. Δεν πήγαιναν όμως πίσω και τα παιδιά του οικοτροφείου της Μητροπόλεως. Και επί πλέον τον θαύμαζαν για την όντως ασυνήθιστη σωματική του δύναμη, που χωρίς υπερβολή ήταν τρομερή. (Α – 42 έως 54).

   Σε κάποια στιγμή ο Μητροπολίτης Παντελεήμων πληροφορήθηκε ότι ο μοναχός π. Σίμων έκανε μια πολύ ωραία ομιλία σε μια μεγάλη ομάδα μαθητών του Γυμνασίου, που είχαν πάει σχολική εκδρομή στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στην Κύμη. Τα παιδιά είχαν απορροφηθεί εντελώς από αυτά που άκουγαν και κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη του. Τότε ο Μητροπολίτης ειδοποίησε τον π. Σίμωνα να έρθει γρήγορα στη Μητρόπολη. Μόλις κατέβηκε στη Μητρόπολη, ο Μητροπολίτης του είπε να ετοιμαστεί για να τον χειροτονήσει ιερέα. Ο π. Σίμων διαμαρτυρήθηκε έντονα: « Δεν είμαι άξιος εγώ, Σεβασμιώτατε, γι’ αυτό το λειτούργημα».
Ωστόσο, παρά την μεγάλη άρνησή του, και αφού απέφυγε για λίγο καιρό τη χειροτονία, όταν ο Μητροπολίτης του είπε «πρέπει να δεχθείς τη χειροτονία κάνοντας υπακοή. Αν παρακούσεις άλλη φορά, δεν θα σωθείς, γιατί δεν κάνεις παρακοή σε μένα, αλλά στον ίδιο το Χριστό», τότε ο π. Σίμων είπε «ας γίνει το θέλημα του Θεού!»
   ΄Ετσι έγινε τελικά η χειροτονία του, η οποία πραγματοποιήθηκε το έτος 1936.
   Μετά τη χειροτονία του , ο Μητροπολίτης έστελνε τον π. Σίμωνα, όπως και άλλους ιερείς, σε διάφορες εκκλησίες για θ. Λειτουργία.  
(Α – 54 έως 56).

   Το 1940-41 ο Μητροπολίτης Παντελεήμων έστειλε τον π. Σίμωνα στη Μονή Μάτζαρη γιατί δεν είχε ιερέα, όπου και έμεινε. Η Γερόντισσα Μακρίνα μαρτυρεί για τον π. Σίμωνα, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω, για την περίοδο που ο π. Σίμων έμεινε στη Μονή αυτή:
«΄Ετσι στο Μοναστήρι μας, αλλά και στην περιοχή μας, είχαμε κάθε μέρα θεία Λειτουργία. Οι θ. Λειτουργίες ήταν κατανυκτικώτατες. Ο π. Σίμων ήταν πάντα συγκεντρωμένος στα ιερατικά του καθήκοντα, στη θ. Λατρεία, στην εξομολόγηση, στη μελέτη, στην προσευχή κλπ. Ποτέ δεν τον ακούσαμε να λέει κάτι που να μη μας ωφελήσει. Δεν μιλούσε γρήγορα και δεν έλεγε πολλά. ΄Ο,τι όμως έλεγε, είχε τη θέση του και απέβλεπε στην οικοδομή των ψυχών μας.
Ο π. Σίμων δεν περιοριζόταν μόνο στα καθήκοντά του ως ιερέως και πνευματικού, αλλά μας βοηθούσε πολύ στα χωράφια και στον κήπο. Μας κατηύθυνε πώς να κάνουμε τις διάφορες εργασίες, γιατί ήξερε καλά τη γεωργική τέχνη, αφού από μικρό παιδί είχε ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες. Και δεν δούλευε έτσι απλώς και ως έτυχε. Δούλευε πολύ σκληρά. Ο π. Σίμων άφησε όνομα στη Μονή μας. ΄Εμεινε αξέχαστος σε όλες μας». (Α – 56 – 57).  

Ο π. Σίμων ήρθε μερικές φορές στην Αθήνα (1945 / 1946) να τον εξετάσει οφθαλμίατρος, γιατί το φως του ελαττώθηκε σημαντικά και δεν έβλεπε καλά.
Το 1946 βρισκόταν πάλι στην Αθήνα εξαιτίας των ματιών του και πήρε την απόφαση να φύγει από την Κύμη και να έρθει στην Αθήνα.
Τέλος, ύστερα από μια σειρά γεγονότων και συμπτώσεων, ο π. Σίμων κατάλαβε πως ο Θεός τον προόριζε για την Αγία Βαρβάρα στη Λυκόβρυση, όπου χωρίς αργοπορία ανέλαβε εφημέριος. (Α – 73 / 74).

Στη Λυκόβρυση ο π. Σίμων εργάσθηκε πολύ σκληρά για πάρα πολλά πράγματα, ιδιαίτερα για την ανέγερση νέου Ιερού Ναού για την Αγία Βαρβάρα, γιατί ο μέχρι τότε ναός ήταν πλέον πολύ μικρός και ο αριθμός των πιστών είχε στο μεταξύ αυξηθεί. Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα νέο πόλεμο μετά τη γερμανική κατοχή. ΄Ηρθε η στιγμή που ένας-ένας οι συνεργάτες που είχε ενεργοποιήσει για το έργο του κτισίματος της νέας εκκλησίας τον εγκατέλειψαν και απέμεινε μόνος. Ο π. Σίμων στενοχωρήθηκε πάρα πολύ. ΄Επεσε μπρος στην εικόνα της Αγίας Βαρβάρας και έλεγε: «Αγία μου Βαρβάρα, θέλεις να κάνω την εκκλησία σου; Ασφαλώς ναι….Πώς όμως να προχωρήσω μόνος μου; Δεν βλέπεις πως οι πάντες με εγκατέλειψαν;»
Την ώρα που τα έλεγε αυτά, παρουσιάστηκε μπροστά του η Αγία Βαρβάρα ολοζώντανη, όχι σαν σε όραμα, αλλά πρόσωπο προς πρόσωπο, όπως έλεγε αργότερα ο Γέροντας, και του είπε δείχνοντας με το χέρι τον εαυτό της: «Εγώ θα κάνω την εκκλησία μου. Εσύ μη σταματήσεις καθόλου, αλλά προχώρα άφοβα μπροστά».
Η Αγία μετά τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε από μπροστά του. Ο π. Σίμων σηκώθηκε αμέσως με νέο κουράγιο και ενθουσιασμό και τελικά το ποθούμενο έγινε!
Ο π. Σίμων άρχισε μαζί με τους συνεργάτες του τις ενέργειες για το χτίσιμο του Ναού της Αγίας Βαρβάρας και του Δημοτικού Σχολείου το 1955. Το 1957 ήταν τελειωμένο το χτίσιμο της εκκλησίας.
Μια κυρία έλεγε αργότερα ότι ο Μητροπολίτης Αττικής Ιάκωβος (Βαβανάτσος), που δεν είχε κρύψει την έντονη δυσπιστία του πως θα τα κατάφερνε ο π. Σίμων να κάνει αυτό το έργο, όταν  πήγε να κάνει τα εγκαίνια στον καινούργιο Ναό της Αγίας Βαρβάρας, μίλησε στο εκκλησίασμα και είπε ανάμεσα στα άλλα:
«Αν είχαμε, όχι πολλούς αλλά μόνο δέκα τέτοιους ιερείς σαν τον π. Σίμωνα, δεν θα μας χρειάζονταν άλλοι!». (Α – 75 έως 98).

  Όταν τελείωσε πια το χτίσιμο του Ιερού Ναού της Αγίας Βαρβάρας και ήταν έτοιμος καθ’ όλα, ο π. Σίμων υπέβαλε την παραίτησή του από τη διακονία του ως εφημερίου εκεί, επειδή είχε πρόβλημα με τα μάτια του. Οι άνθρωποι της Ενορίας και πρό πάντων οι συνεργάτες του στενοχωρήθηκαν, όπως ήταν επόμενο, πάρα πολύ από την απόφαση αυτή του π. Σίμωνος. Και αντέδρασαν έντονα:
   «Πάτερ Σίμων, εσύ κουράστηκες τόσο πολύ για να γίνει η εκκλησία  και τώρα που την ετοίμασες, μας φεύγεις;»
   «Παιδιά μου, απάντησε ο Γέροντας, για τον εαυτό μου έκανα την εκκλησία ή για σας;»
΄Επρεπε όμως να φύγει. Αυτή την πληροφορία είχε, όσο κι αν ασφαλώς του κόστιζε σαν άνθρωπο με πλούσια συναισθήματα και απέραντη αγάπη αυτός ο αποχωρισμός του από ψυχές που τον λάτρευαν κυριολεκτικά.
Όταν ο Γέροντας πήρε την άδεια να φύγει, ήρθε η Γερόντισσα από τη Μονή της Ζούρβας και τον παρεκάλεσε να πάει στη Ζούρβα μόνιμα ως Γέροντας. Ο π. Σίμων δέχτηκε να πάει, αλλά όχι για μόνιμα, γιατί επιθυμία του ήταν να δημιουργήσει δικό του, ανδρικό μοναστήρι.
Ο π. Σίμων από την Αγία Βαρβάρα πήγε στη Ζούρβα τον Οκτώβριο του 1964 και παρέμεινε εκεί έξι μήνες. Την ημέρα της αποχωρήσεώς του από την Αγία Βαρβάρα, η καμπάνα της Αγίας χτυπούσε πένθιμα.

Όταν, λίγο καιρό αργότερα αφ’ ότου έφυγε από τη Ζούρβα, ξεκίνησε ο π. Σίμων να πάει στον τόπο, όπου επρόκειτο να ιδρύσει το Μοναστήρι του, στον ΄Αγιο Παντελεήμονα στην Πεντέλη, το είπε ο ίδιος ο Γέροντας, σε ένα σημείο λίγο πιο κάτω από τα νταμάρια του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο σατανάς, ήταν απογευματινή ώρα, και του είπε:
-         Ξέρω που πας, βρωμοκαλόγερε. ΄Ηρθες να κάνεις Μοναστήρι. Θα σε πολεμήσω μέχρι τέλους και δεν θα σε αφήσω να το στεριώσεις!
Ο Γέροντας του είπε:
       -  Δεν έχεις να κάνεις τίποτα μαζί μου. Με το Θεό έχεις να κάνεις!
Τον σταύρωσε και ο σατανάς χάθηκε αμέσως από μπροστά του.

   Η στη συνέχεια ίδρυση από τον Γέροντα της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος στη Νέα Πεντέλη, η εκεί εγκαταβίωσή του και άσκηση και διακονία του προς τον άνθρωπο και η αβραμιαία φιλοξενία του, όλα αυτά και πολλά άλλα ανείπωτα, συνιστούν μια αληθινή εποποιία, ένα από τα άπειρα έργα του Θεού, μια μορφή δωρεάς Του προς τον ταλαίπωρο άνθρωπο, που σαν διψασμένο ελάφι τρέχει «επι τας πηγάς»…..

   Αυτά τα λίγα, ελάχιστα βιογραφικά για τον Γέροντα Σίμωνα, ο οποίος έφυγε από αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο στις 4 Μαρτίου 1988, για να πάει στον άλλον τον αιώνιο, φορτωμένος με τους ωραίους αγώνες του για τις αρετές. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.
(Α – 99 έως 101).      

Συνεχίζεται... 

Τα θυμάσαι τα αδέρφια σου;

Έχουμε να γράψουμε ιστορία ακόμη...