Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Η σύγκρουση στην Ουκρανία επιταχύνει το τέλος της δυτικής κυριαρχίας

του Τιερί Μεϊσάν
Δίκτυο Βολταίρος


Η ουκρανική σύγκρουση, που παρουσιάζεται ως ρωσική επίθεση, δεν είναι παρά μόνο η εφαρμογή της απόφασης 2202 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 17ης Φεβρουαρίου 2015.
Εάν η Γαλλία και η Γερμανία δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις τους κατά τη Συμφωνία Μινσκ ΙΙ, η Ρωσία προετοιμάστηκε για την τρέχουσα αντιπαράθεση εδώ και επτά χρόνια.
Είχε προβλέψει τις δυτικές κυρώσεις πολύ εκ των προτέρων και δεν χρειάστηκαν παρά μόνο δύο μήνες για να τις παρακάμψει.
Οι τελευταίες διαταράσσουν την ΗΠΑϊκή παγκοσμιοποίηση, διαταράσσουν τις δυτικές οικονομίες σπάζοντας τις αλυσίδες εφοδιασμού, στέλνοντας τα δολάρια πίσω στην Ουάσιγκτον και προκαλώντας έναν γενικό πληθωρισμό και τέλος δημιουργώντας μια ενεργειακή κρίση στη Δύση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους βρίσκονται στην κατάσταση του ψεκασμένου ψεκαστή: σκάβουν οι ίδιοι τους τάφους τους. Εν τω μεταξύ, οι εισπράξεις του ρωσικού δημοσίου αυξήθηκαν κατά 32% σε έξι μήνες.

Τα τελευταία επτά χρόνια, ήταν ευθύνη των εγγυητριών δυνάμεων της Συμφωνίας Μινσκ ΙΙ (Γερμανία, Γαλλία, Ουκρανία και Ρωσία) να την επιβάλουν. Είχε επικυρωθεί και νομιμοποιηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 17 Φεβρουαρίου 2015. Αλλά κανένα από αυτά τα κράτη δεν το έκανε, παρά τους λόγους για την ανάγκη προστασίας των πολιτών που απειλούνταν από την ίδια τη δική τους κυβέρνηση.

Καθώς συζητιόταν μια πιθανή ρωσική στρατιωτική επέμβαση, στις 31 Ιανουαρίου 2022, ο Γραμματέας του Ουκρανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας, Oleksiy Danilov, αψηφούσε τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Ρωσία και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δηλώνοντας: «Ο σεβασμός των συμφωνιών του Μινσκ σημαίνει την καταστροφή της χώρας. Όταν υπογράφτηκαν υπό την ένοπλη απειλή των Ρώσων - και υπό το βλέμμα των Γερμανών και των Γάλλων - ήταν ήδη σαφές σε όλους τους λογικούς ανθρώπους ότι ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν αυτά τα έγγραφα» [1].

Όταν, μετά από επτά χρόνια, ο αριθμός των Ουκρανών που σκοτώθηκαν από την κυβέρνηση στο Κίεβο ανήλθε σε περισσότερους από δώδεκα χιλιάδες σύμφωνα με την ίδια και σε περισσότερους από είκοσι χιλιάδες σύμφωνα με τη Ρωσική Εξεταστική Επιτροπή, και μόνο τότε, η Μόσχα ξεκίνησε μια «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» ενάντια στους «ολοκληρωτικούς εθνικιστές» Ουκρανούς (αυτό είναι το όνομα που διεκδικούν) χαρακτηρισμένους ως «νεοναζί». Η Ρωσία δήλωσε από την αρχή της επιχείρησής της ότι θα αρκεστεί να βοηθάει τους πληθυσμούς και να «αποναζιστικοποιήσει» την Ουκρανία, όχι να την καταλαμβάνει. Ωστόσο, οι Δυτικοί την κατηγόρησαν αμέσως ότι προσπαθούσε να καταλάβει το Κίεβο, να ανατρέψει τον πρόεδρο Ζελένσκι και να προσαρτήσει την Ουκρανία· κάτι που προφανώς δεν έκανε ποτέ. Μόνο μετά την εκτέλεση ενός από τους Ουκρανούς διαπραγματευτές, του Denis Kireev, από τις υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας του (SBU) και τη διακοπή των συνομιλιών από τον πρόεδρο Volodymyr Zelensky, ο Ρώσος ομόλογός του, Βλαντιμίρ Πούτιν, ανακοίνωσε ότι σκλήρυνε τις απαιτήσεις του. Από τότε και στο εξής η Ομοσπονδία διεκδικεί τη Νοβορωσία, δηλαδή όλη τη νότια Ουκρανία, ιστορικά ρωσική από της Τσαρίνας Κατερίνης Β’, με εξαίρεση τριάντα τρία χρόνια.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αν η Ρωσία δεν έκανε τίποτα για επτά χρόνια, δεν ήταν επειδή ήταν αναίσθητη για τη σφαγή των ρωσόφωνων πληθυσμών του Ντονμπάς, αλλά επειδή ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την προβλέψιμη δυτική απάντηση. Σύμφωνα με το κλασικό απόφθεγμα του υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου Αλέξανδρου Β’, πρίγκιπα Αλέξανδρου Γκορτσάκοφ: «Ο Αυτοκράτορας είναι αποφασισμένος να αφιερώσει, κατά προτίμηση, την μέριμνα του για την ευημερία των υπηκόων του και να επικεντρώσει, για την ανάπτυξη των εσωτερικών πόρων της χώρας, μια δραστηριότητα που θα εκχυθεί στο εξωτερικό μόνο όταν τα θετικά συμφέροντα της Ρωσίας θα το απαιτούν απολύτως. Η Ρωσία κατηγορείται για την απομόνωση και τη σιωπή της, παρουσία γεγονότων που δεν συμφωνούν ούτε με το νόμο ούτε με τη δικαιοσύνη. Η Ρωσία λέγεται ότι περιφρονεί. Η Ρωσία δεν περιφρονεί. Η Ρωσία αυτοσυγκεντρώνεται».

Αυτή η αστυνομική επιχείρηση χαρακτηρίστηκε «επίθεση» από τους Δυτικούς. Το ένα οδηγεί στο άλλο, η Ρωσία παρουσιάστηκε ως «δικτατορία» και η εξωτερική της πολιτική ως «ιμπεριαλισμός». Κανείς δεν φαίνεται να έχει διαβάσει τη Συμφωνία Μινσκ ΙΙ, αν και επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Σε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των προέδρων Πούτιν και Μακρόν, που αποκάλυψε το Ελιζέ, ο τελευταίος έδειξε ακόμη και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την τύχη των κατοίκων του Ντονμπάς, δηλαδή την περιφρόνησή του για τη Συμφωνία Μινσκ ΙΙ.

Σήμερα, οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες έρχονται να βοηθήσουν τους Ουκρανούς «ολοκληρωτικούς εθνικιστές» («νεοναζί» στη ρωσική ορολογία) και, αντί να αναζητήσουν μια ειρηνική λύση, προσπαθούν να καταστρέψουν τη Ρωσία εκ των έσω [2].

Στο διεθνές δίκαιο, η Μόσχα δεν εφάρμοσε παρά μόνο το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του 2015. Μπορούμε να την κατηγορήσουμε για τη βαναυσότητά της, αλλά ούτε ότι βιάστηκε (επτά χρόνια), ούτε ότι ήταν παράνομη (ψήφισμα 2202). Οι πρόεδροι Πέτρο Ποροσένκο, Φρανσουά Ολάντ, Βλαντιμίρ Πούτιν και η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δεσμεύτηκαν, σε κοινή δήλωση που επισυνάπτεται στο ψήφισμα, να κάνουν το ίδιο. Αν μια από αυτές τις δυνάμεις είχε επέμβει πριν, θα μπορούσε να είχε επιλέξει άλλες μεθόδους επιχείρησης, αλλά καμία δεν το έκανε.

Ο Ουκρανός πρόεδρος μιλάει για τρίτη φορά ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας μέσω σύνδεσης βίντεο, στις 24 Αυγούστου 2022. Ωστόσο, ο εσωτερικός κανονισμός του Συμβουλίου απαιτεί από τους ομιλητές, εκτός από αξιωματούχους του ΟΗΕ σε αποστολή, να είναι φυσικά παρόντες. Η Γενική Γραμματεία και η πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου αποδέχθηκαν αυτήν την παρατυπία, παρά την αντίθεση της Ρωσίας.

Λογικά, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών θα έπρεπε να είχε καλέσει τα μέλη του Συμβουλίου σε τάξη, έτσι ώστε να μην καταδικάσουν τη ρωσική επιχείρηση, την αρχή της οποίας είχαν αποδεχθεί επτά χρόνια νωρίτερα, αλλά να ορίσουν τους όρους. Δεν το έκανε. Αντίθετα, η Γενική Γραμματεία, βγαίνοντας από τον ρόλο της και παίρνοντας θέση με το μονοπολικό σύστημα, μόλις έδωσε προφορικές οδηγίες σε όλους τους ανώτερους αξιωματούχους της σε θέατρα πολέμου να μην συναντήσουν πλέον Ρώσους διπλωμάτες.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Γενική Γραμματεία παραβιάζει το καταστατικό των Ηνωμένων Εθνών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά της Συρίας, είχε συντάξει ένα σχέδιο πενήντα σελίδων για την παραίτηση της συριακής κυβέρνησης, συμπεριλαμβάνοντας την κατάπτωση της συριακής λαϊκής κυριαρχίας και την απο-Μπααθοποίηση της χώρας. Αυτό το κείμενο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, αλλά το έχουμε αναλύσει σε αυτές τις στήλες με φρίκη. Τελικά, ο ειδικός απεσταλμένος του Γενικού Γραμματέα στη Δαμασκό, Στάφαν ντε Μιστούρα, αναγκάστηκε να υπογράψει μια δήλωση που αναγνωρίζει την ακυρότητά του σχεδίου αυτού. Όπως και να έχει, το σημείωμα της Γενικής Γραμματείας που απαγόρευε σε αξιωματούχους του ΟΗΕ να συμμετάσχουν στην ανοικοδόμηση της Συρίας [3] εξακολουθεί να ισχύει. Είναι αυτό που παραλύει την επιστροφή των εξόριστων Σύρων στη χώρα τους προς μεγάλη δυσαρέσκεια όχι μόνο της Συρίας, αλλά και του Λιβάνου, της Ιορδανίας και της Τουρκίας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκμεταλλεύονταν τη σοβιετική πολιτική της άδειας καρέκλας για να διεξαγάγουν τον πόλεμό τους υπό τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών (εκείνη την εποχή, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας δεν είχε έδρα στο Συμβούλιο). Πριν από δέκα χρόνια, χρησιμοποιούσαν το προσωπικό του ΟΗΕ για να διεξάγουν ολοκληρωτικό πόλεμο κατά της Συρίας. Σήμερα προχωρούν παραπέρα παίρνοντας θέση εναντίον ενός μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Αφού έγινε ένας χρηματοδοτούμενος από πολυεθνικές εταιρίες οργανισμός, ο ΟΗΕ, υπό την αιγίδα του Κόφι Ανάν, μετατράπηκε σε παράρτημα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπό τον Μπαν Κι Μουν και τον Αντόνιο Γκουτέρες.

Η Ρωσία και η Κίνα γνωρίζουν, όπως όλα τα άλλα κράτη, το γεγονός ότι ο ΟΗΕ δεν εκπληρώνει πλέον καθόλου τη λειτουργία του. Αντίθετα, ο Οργανισμός επιδεινώνει τις εντάσεις και συμμετέχει σε πολέμους (τουλάχιστον στη Συρία και στο Κέρας της Αφρικής). Συνέπια αυτού του γεγονότος, η Μόσχα και το Πεκίνο αναπτύσσουν άλλους θεσμούς.

Η Ρωσία δεν εστιάζει πλέον τις προσπάθειές της στις δομές που κληρονόμησε από τη Σοβιετική Ένωση, όπως η Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, η Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα ή ακόμη και ο Οργανισμός Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας· ούτε καν σε αυτές που κληρονομήθηκαν από τον Ψυχρό Πόλεμο, όπως ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Όχι, εστιάζεται σε αυτό που μπορεί να αναδιαμορφώσει έναν πολυμερή κόσμο.

Καταρχάς, η Ρωσία υπογραμμίζει τις οικονομικές δράσεις των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική). Δεν τις διεκδικεί ως επιτεύγματά της, αλλά ως κοινές προσπάθειες στις οποίες συμμετέχει. Δεκατρία κράτη ελπίζουν να ενταχθούν στους BRICS, αλλά δεν είναι, προς το παρόν, ανοιχτοί για ένταξη. Ήδη, οι BRICS έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη από το G7, αναλαμβάνουν δράση, ενώ εδώ και αρκετά χρόνια το G7 διακηρύσσει ότι θα κάνει σπουδαία πράγματα που δεν βλέπουμε ποτέ να έρχονται και ότι απονέμει καλούς και κακούς βαθμούς σε όσους απουσιάζουν.

Πάνω από όλα, η Ρωσία πιέζει για μεγαλύτερο άνοιγμα και βαθύ μετασχηματισμό του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO). Μέχρι στιγμής, ήταν μόνο μια δομή επαφής για τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, γύρω από τη Ρωσία και την Κίνα, για να αποτρέψουν τα προβλήματα που προσπαθούσαν να υποκινήσουν εκεί οι αγγλοσαξονικές μυστικές υπηρεσίες. Σιγά σιγά, επέτρεψε στα μέλη του να γνωριστούν καλύτερα. Επέκτειναν τις εργασίες τους και σε άλλα κοινά ζητήματα. Περαιτέρω, η SCO επεκτάθηκε, ιδίως στην Ινδία και το Πακιστάν και στη συνέχεια στο Ιράν. Στην πραγματικότητα, σήμερα ενσαρκώνει τις αρχές του Bandung, που βασίζονται στην κυριαρχία των κρατών και τη διαπραγμάτευση, σε σύγκριση με εκείνες της Δύσης, που βασίζονται στη συμμόρφωση με την αγγλοσαξονική ιδεολογία.

Η SCO αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή τέσσερις φορές περισσότερο από την G7, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκεί, και όχι πλέον αλλού, λαμβάνονται οι διεθνείς αποφάσεις που λογαριάζονται.

Οι Δυτικοί φλυαρούν και κάνουν κηρύγματα , ενώ η Ρωσία και η Κίνα προχωρούν. Γράφω «φλυαρούν και κάνουν κηρύγματα », γιατί πιστεύουν ότι οι χειρονομίες τους είναι αποτελεσματικές. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, μετά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία έλαβαν πολύ σκληρά οικονομικά μέτρα κατά της Ρωσίας. Δεν τόλμησαν να πουν ότι ήταν ένας πόλεμος που είχε σκοπό να διατηρήσει την εξουσία τους στον κόσμο και γι’ αυτό τα χαρακτήρισαν «κυρώσεις», αν και δεν υπήρχε δικαστήριο, ούτε αγόρευση υπεράσπισης ούτε καταδίκη. Φυσικά, πρόκειται για παράνομες κυρώσεις γιατί αποφασίστηκαν εκτός των οργάνων των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά οι Δυτικοί, που ισχυρίζονται ότι είναι οι υπερασπιστές των «διεθνών κανόνων», δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το διεθνές δίκαιο.

Φυσικά, το δικαίωμα αρνησικυρίας των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου αποτρέπει την επιβολή κυρώσεων εναντίον ενός από αυτά, αλλά είναι ακριβώς επειδή σκοπός των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι να συμμορφωθούν με την αγγλοσαξονική ιδεολογία, αλλά να διατηρήσουν την παγκόσμια ειρήνη .

Επανέρχομαι στο θέμα μας: η Ρωσία και η Κίνα προχωρούν, αλλά με πολύ διαφορετικό ρυθμό από αυτόν της Δύσης. Πέρασαν δύο χρόνια μεταξύ της δέσμευσης της Ρωσίας να επέμβει στη Συρία και της ανάπτυξης των στρατιωτών της εκεί· δύο χρόνια που χρησιμοποιήθηκαν για την οριστικοποίηση των όπλων που εξασφάλισαν την ανωτερότητά της στο πεδίο της μάχης. Χρειάστηκαν επτά χρόνια μεταξύ της ρωσικής δέσμευσης της Μινσκ ΙΙ και της στρατιωτικής επέμβασης στο Ντονμπάς· επτά χρόνια που χρησιμοποιήθηκαν για την προετοιμασία της παράκαμψης των δυτικών οικονομικών κυρώσεων.

Αυτός είναι ο λόγος που αυτές οι «κυρώσεις» δεν κατάφεραν να γονατίσουν τη ρωσική οικονομία, αλλά επηρεάζουν βαθιά αυτούς που τις εξέδωσαν. Η γερμανική και η γαλλική κυβέρνηση προβλέπουν πολύ σοβαρά ενεργειακά προβλήματα που ήδη αναγκάζουν ορισμένα από τα εργοστάσιά τους να αδρανοποιηθούν και σύντομα θα κλείσουν. Αντίθετα, η ρωσική οικονομία ανθεί. Μετά από δύο μήνες κατά τους οποίους η χώρα ζούσε μόνο με τα αποθέματά της, ήρθε η ώρα της αφθονίας. Οι εισπράξεις του ρωσικού δημοσίου αυξήθηκαν κατά 32% το πρώτο εξάμηνο του έτους [4]. Όχι μόνο η δυτική άρνηση για το ρωσικό φυσικό αέριο ανέβασε τις τιμές προς όφελος του κορυφαίου εξαγωγέα, της Ρωσίας, αλλά αυτή η παράβαση του φιλελεύθερου λόγου τρόμαξε τα άλλα κράτη, τα οποία, για να καθησυχάσουν, στράφηκαν προς τη Μόσχα.

Η Κίνα, την οποία οι Δυτικοί παρουσιάζουν ως πωλητή προϊόντων σκουπιδιών που προκαλεί τη λεία της να πέσει σε μια σπείρα χρέους, μόλις ακύρωσε τα περισσότερα από τα χρέη 13 αφρικανικών κρατών προς αυτήν.

Καθημερινά ακούμε τους ευγενείς δυτικούς λόγους και τις κατηγορίες τους κατά της Ρωσίας και της Κίνας. Αλλά και κάθε μέρα παρατηρούμε, αν κοιτάζουμε τα γεγονότα, ότι η πραγματικότητα είναι το αντίθετο. Για παράδειγμα, οι Δυτικοί μας εξηγούν χωρίς αποδείξεις ότι η Κίνα είναι μια «δικτατορία» και ότι «έχει φυλακίσει ένα εκατομμύριο Ουιγούρους». Αν και δεν έχουμε πρόσφατες στατιστικές, όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν λιγότεροι κρατούμενοι στην Κίνα από ό,τι στις ΗΠΑ, ενώ αυτή η χώρα είναι τέσσερις φορές λιγότερο κατοικημένη. Ή ακόμη, μας λένε ότι διώκουν τους ομοφυλόφιλους στη Ρωσία, ενώ βλέπουμε μεγαλύτερα γκέι κλαμπ στη Μόσχα παρά στη Νέα Υόρκη.

Η δυτική τύφλωση οδηγεί σε παράλογες καταστάσεις όπου οι δυτικοί ηγέτες δεν αντιλαμβάνονται πλέον τον αντίκτυπο των αντιφάσεων τους.

Συνάντηση των προέδρων Emmanuel Macron και Abdelmadjid Tebboune στο μέγαρο El Mouradia για τον αγώνα κατά των τζιχαντιστών στο Σαχέλ, 26 Αυγούστου 2022, παρουσία των στρατηγών που είναι υπεύθυνοι για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια. Μετά τους πολέμους στη Λιβύη, τη Συρία και το Μάλι, η Γαλλία δεν μπορεί πλέον να κρύψει την υποστήριξή της στους τζιχαντιστές.

Έτσι, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν μόλις πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αλγερία. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τα δύο έθνη και να αγοράσει φυσικό αέριο για να αντισταθμίσει την έλλειψη που ο ίδιος βοήθησε να προκληθεί. Γνωρίζει ότι φτάνει λίγο αργά, αφού οι σύμμαχοί του (Ιταλία και Γερμανία) έχουν κάνει τα ψώνια τους. Από την άλλη, προσπαθεί να πιστεύει λανθασμένα ότι το κύριο γαλλοαλγερινό πρόβλημα είναι ο αποικισμός. Δεν συνειδητοποιεί ότι η εμπιστοσύνη είναι αδύνατη επειδή η Γαλλία υποστηρίζει τους χειρότερους εχθρούς της Αλγερίας, τους τζιχαντιστές στη Συρία και το Σαχέλ. Δεν κάνει τη σύνδεση μεταξύ της έλλειψης διπλωματικών σχέσεών του με τη Συρία, της έξωσής του από το Μάλι [5] και την ψυχρότητα με την οποία τον υποδέχτηκαν στο Αλγέρι. Εντέλει, οι Αλγερινοί κατάφεραν τη σύναψη μιας αντιτρομοκρατικής συμφωνίας, αλλά προς το παρόν δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενό της.

Είναι αλήθεια ότι οι Γάλλοι δεν ξέρουν τι είναι οι τζιχαντιστές. Μόλις δίκασαν, στη μεγαλύτερη δίκη του αιώνα, τις επιθέσεις στο Σεν Ντενί, στις ταράτσες του Παρισιού και στο Μπατακλάν (13 Νοεμβρίου 2015), χωρίς να μπορούν να θέσουν το ζήτημα της κρατικής υποστήριξης στους τζιχαντιστές. Με αυτό το τρόπο, πέρα από το να δείχνουν το αίσθημα δικαιοσύνης τους, έδειξαν τη δειλία τους. Έδειξαν ότι τρομοκρατούνται από μια χούφτα τρομοκρατών, ενώ η Αλγερία γνώρισε δεκάδες χιλιάδες τέτοιους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου της και ακόμη γνωρίζει άλλους τόσους στο Σαχέλ.

Ενώ η Ρωσία και η Κίνα προχωρούν, η Δύση δεν μένει στάσιμη, αλλά οπισθοδρομεί. Θα συνεχίσει την πτώση της όσο δεν ξεκαθαρίζει την πολιτική της, όσο δεν θα τερματίσει το διπλό πρότυπο ηθικής κρίσης και όσο δεν θα σταματήσει τα διπλά παιγνίδια της.

Μετάφραση
Κριστιάν Άκκυριά
https://www.voltairenet.org/article217859.html