Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Ο παροξυσμός της αμαρτίας που βλέπουμε γύρω μας δε σημαίνει ότι το κακό νίκησε...

Συχνά οι Χριστιανοί θεωρούν ως αμαρτία την παράβαση των αρνητικών κυρίως εντολών του Δεκαλόγου: «Ου φονεύσεις», «ου μοιχεύσεις», «ου κλέψεις», «ου ψευδομαρτυρήσεις».
Όταν κανείς φροντίζει για τις εντολές αυτές, πιστεύει πως έχει όλα τα προσόντα, για να θεωρεί τον εαυτό του ως καλό Χριστιανό. Όταν μάλιστα τηρεί πιστά την έβδομη εντολή και προφυλάσσεται από τα καλούμενα σαρκικά αμαρτήματα, νομίζει πως έχει ανεβεί στην κορυφή της πνευματικής τελειότητας. Αν ο άνθρωπος αυτός αδιαφορεί για τη χριστιανική αγάπη, που αποτελεί την ουσία του χριστιανικού κηρύγματος, αν δεν γνωρίσει τι θα πει πραότητα ή ταπεινοφροσύνη, το θεωρεί δευτερεύον ή και αδιάφορο. Ο Δεκάλογος της Παλαιάς Διαθήκης, σε συνδυασμό με τον έμφυτο ηθικό νόμο, που υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων, θεωρούνται ως το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής ζωής. Τα πράγματα όμως δεν πρέπει να κρίνονται επιφανειακά. Γι’ αυτό και μια βαθύτερη εξέταση της βιβλικής και της πατερικής διδασκαλίας για την προσέγγιση της ουσίας της αμαρτίας είναι απαραίτητη.
 Η ουσία της αμαρτίας κατά την Παλαιά Διαθήκη βρίσκεται στη διάθεση του ανθρώπου να αγνοήσει το Θεό και να τοποθετήσει στη θέση του τον εαυτό του. Την πλαστικότερη περιγραφή της αμαρτίας την προσφέρει το βιβλίο της Γενέσεως με την αφήγηση της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Στην Καινή Διαθήκη και την πατερική παράδοση η ουσία της αμαρτίας δεν είναι διαφορετική, αλλά παίρνει μια σαφέστερη μορφή. Αμαρτία εδώ είναι η άρνηση του ανθρώπου να δεχθεί το Ευαγγέλιο του Χριστού και να ζήσει ως μέλος της Εκκλησίας του. Η αμαρτία δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες πράξεις, σκέψεις, ενέργειες ή επιθυμίες του ανθρώπου, αλλά είναι μια γενικότερη κατάσταση που εκδηλώνεται με όλα αυτά, χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτά.
 Για να καταλάβουμε καλύτερα την ουσία της αμαρτίας, χρειάζεται να δούμε τι είναι η απελευθέρωση από αυτήν, δηλαδή η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος που ζει στην αμαρτία είναι δούλος της φθοράς και του θανάτου. Οι πράξεις του, οι σκέψεις του, οι ενέργειες και οι επιθυμίες του προσδιορίζονται από την ιδιοτέλεια. Δεν είναι σε θέση ν’ ανοίξει την καρδιά του, να χωρέσει τους άλλους, να τους αγαπήσει, να τους δει ως εικόνες του Θεού, που είναι ο Δημιουργός και η πηγή της ζωής όλων των ανθρώπων. Η φθορά και ο θάνατος είναι αμαρτωλές καταστάσεις, στις οποίες υποδουλώνεται ο άνθρωπος, όταν χάσει την κοινωνία του με την πηγή της ζωής, το Θεό.
 Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, όσο ο άνθρωπος «αφίστατο της ζωής, τοσούτον προσήγγιζε τω θανάτω. Ζωή γαρ ο Θεός. στέρησις δε της ζωής θάνατος». Ο θάνατος είναι το τίμημα της αμαρτίας. Και θάνατος είναι πριν απ’ όλα ο χωρισμός από το Θεό. Ο σωματικός θάνατος, που έρχεται ως επακόλουθο του πρωταρχικού αυτού θανάτου, αποτελεί ουσιαστικά ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο, «ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση» (Θεόφιλος Αντιοχείας). Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό, βρίσκεται κάτω από την εξουσία του θανάτου. Και όταν ανασυνδέεται με το Θεό εν Χριστώ γίνεται μαζί του νικητής του θανάτου.
 Η σωτηρία του ανθρώπου έγκειται στην πρόσληψή του στο σώμα του Χριστού και στην ικάνωσή του να ζήσει ως νικητής της φθοράς και του θανάτου μέσα στο φως της Αναστάσεως. Ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, είναι ο μόνος που μπορεί να συνδέσει τον άνθρωπο με το Θεό και να προσφέρει σ’ αυτόν τη ζωή που στερήθηκε. Γι’ αυτό και η πίστη στο Χριστό αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία του ανθρώπου.
 Το Ευαγγέλιο, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, δεν χωρίζει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις αρετές ή τις κακίες τους, αλλά σύμφωνα με τη διάθεσή τους να μετανοήσουν ή να επιμείνουν στην αμαρτία. Και ο Χριστός δεν κάλεσε τους ανθρώπους να γίνουν περισσότερο ενάρετοι ή λιγότερο αμαρτωλοί, αλλά να μετανοήσουν και να δεχθούν τη χάρη που τους προσφέρει. Όσο οι άνθρωποι δεν μετανοούν, βρίσκονται μακριά από την αληθινή πηγή της ζωής τους και είναι δούλοι της φθοράς και του θανάτου. Στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού». Μόνο η συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας δίνει στον άνθρωπο το μέτρο της πραγματικής ηθικότητάς του και της σχέσεώς του με το Θεό. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράδοξο, ότι εκείνοι που δέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν ήταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που καυχιόνταν για τις αρετές τους, αλλά οι τελώνες και οι πόρνες, που συναισθάνθηκαν την αμαρτωλότητά τους και μετανόησαν.
 Αυτήν ακριβώς την αλήθεια εκφράζουν και τα λόγια του Χριστού προς τους ιερείς και διδασκάλους των Ιουδαίων. «αμήν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Η πρόταξη αυτή των τελωνών και των πορνών, που ήταν αναμφισβήτητα ανήθικοι και άδικοι άνθρωποι της κοινωνίας τους, δε σημαίνει βράβευση της ανηθικότητας και της αδικίας. πολύ περισσότερο δε σημαίνει αποδοκιμασία της δικαιοσύνης και της αρετής. Η πρόταξη αυτή σημαίνει βεβαίωση της καθολικής αφέσεως που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο που μετανοεί πραγματικά. στον άνθρωπο που κατανοεί την αναξιότητά του και επικαλείται το έλεος του Θεού.
 Όταν ο Χριστός επισκέφθηκε τον τελώνη Ζακχαίο στο σπίτι του, δεν το έκανε, για να δικαιώσει τις αδικίες του, αλλά για να βραβεύσει τη μετάνοιά του. Και όταν αρνήθηκε να κατακρίνει τη γυναίκα που συνελήφθη «επ’ αυτοφώρω μοιχευομένη», δεν το έκανε για να δικαιολογήσει τη μοιχεία, αλλά για να δηλώσει την καθολικότητα της αμαρτίας και την αναγκαιότητα της μετάνοιας για όλους ανεξαιρέτως. Γι’ αυτό, όταν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι επέμεναν ν’ αποσπάσουν την καταδικαστική κρίση του Χριστού για τη μοιχαλίδα, εκείνος είπε: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτήν». Και όταν αποσύρθηκαν σιγα-σιγά όλοι, «εις καθ’ εις, αρξάμενοι από των πρεσβυτέρων», είπε ο Χριστός στη γυναίκα: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».
 Το μυστικό της αρετής του ανθρώπου, κατά τη χριστιανική διδασκαλία, βρίσκεται στην απόφαση της μετάνοιας. Και την απόφαση αυτή την παίρνει όποιος αισθάνεται να τον βαραίνει η αμαρτία. Αντίθετα, όποιος καυχιέται για τις αρετές του δε μετανοεί και μένει μακρυά από τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό οι αμαρτωλοί βρίσκονται πιο μπροστά από τους δικαίους στο δρόμο της βασιλείας του Θεού.
 Η πρόταξη αυτή όμως φαίνεται παράξενη στα μάτια των πολλών. Παράξενη, αν όχι και απαράδεκτη, φαίνεται και στα μάτια πολλών Χριστιανών, άσχετα αν βεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό. Και αυτό είναι πολύ φυσικό, όταν ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζεται ως ηθική διδασκαλία, και ο Χριστός ως ηθικοδιδάσκαλος, που ήρθε να εγκαθιδρύσει τη δικαιοσύνη και την αρετή, όπως την εννοούν οι άνθρωποι. Διαβάζοντας όμως κανείς το Ευαγγέλιο παρατηρεί ότι όλες οι ανθρώπινες αξίες ουσιαστικά παραμερίζονται ή και ανατρέπονται. Οι άνθρωποι δεν αξιολογούνται σύμφωνα με την ηθική υπόληψή τους. Ούτε η κοινωνική τους θέση και αξιοπρέπεια δίνει το μέτρο της αξίας τους. Το μόνο σταθερό κριτήριο, το μόνο μέτρο για την αξιολόγησή τους είναι η μετάνοια. Όταν ο άνθρωπος μετανοεί, γίνεται δεκτός στη βασιλεία του Θεού, σώζεται. Όταν δεν μετανοεί, ο,τιδήποτε άλλο και να κάνει, του είναι σε τελευταία ανάλυση άχρηστο. δεν τον σώζει. Αυτό είναι το χριστιανικό κριτήριο. Αυτό είναι το μέτρο με το οποίο θα κρίνει ο Θεός τον άνθρωπο.
 Και πραγματικά, ποια μπορεί να είναι η ηθική ποιότητα και του καλύτερου ακόμα ανθρώπου μπροστά στην αγιότητα του Θεού; Ποια μπορεί να είναι η αξία της αρετής απέναντι στη θεία αρετή; «Ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» λέει ο Προφήτης Ησαΐας. Μήπως ο ληστής που κληρονόμησε τον Παράδεισο προτιμήθηκε από το Χριστό για τις αρετές του;
 Βέβαια κάθε άνθρωπος, που μετανοεί και πιστεύει στο Χριστό, είναι φυσικό να φροντίζει και για την καλλιέργεια της αρετής. Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί πως υπηρετεί μόνο την αρετή και δεν αμαρτάνει; Ιδιαίτερα μάλιστα στις μέρες μας η ηθική αποχαλίνωση έχει προχωρήσει τόσο πολύ και η αμαρτία έχει τόσο διαδοθεί, ώστε πολλοί όχι μόνο τη θεωρούν τελείως φυσική, αλλά και καυχιόνται ακόμα γι’ αυτήν. Οι μεγαλύτερες απάτες και τα φοβερότερα εγκλήματα γίνονται συχνά με το φυσικότερο τρόπο. Αρκεί ν’ αφήσει κανείς λίγο ελαστική τη συνείδησή του, για να φτάσει χωρίς να το καταλάβει σε πράγματα επαίσχυντα. Γι’ αυτό και πολλοί Χριστιανοί αισθάνονται αυτάρκεις με μια υποτυπώδη πνευματική ζωή και λησμονούν την τραγικότητα της αμαρτίας.
 Όπως όμως είπε ο ίδιος ο Χριστός, «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες». Όσο οι άνθρωποι φροντίζουν να παρουσιάζονται κοινωνικά ηθικοί και άμεμπτοι, γελιούνται με την ψευδαίσθηση της επιφανειακής τους παρουσίας και λησμονούν τον βαθύτερο εαυτό τους. Κρύβουν όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά και από τον ίδιο τους τον εαυτό την ασθένεια που υπάρχει μέσα τους και αισθάνονται αυτάρκεις και ισχυροί. Κατατάσσονται στους «ισχύοντες», σ’ αυτούς δηλαδή που νομίζουν ότι είναι γεροί και δεν έχουν «χρείαν ιατρού». Στην πραγματικότητα όμως αυτοί είναι άρρωστοι, που επειδή ακριβώς λησμονούν πως είναι άρρωστοι, δε σκέφτονται το γιατρό και τη θεραπεία. Αντίθετα οι «κακώς έχοντες», αυτοί δηλαδή που έχουν συναίσθηση της αρρώστιας τους, μπορούν τουλάχιστον να ζητήσουν το γιατρό και τη θεραπεία τους. Η έλλειψη της ηθικής αυτάρκειας και η απουσία της επιφανειακής κοσμιότητας και ευσέβειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις της μετάνοιας, που αποτελεί τη μόνη δυνατότητα σωτηρίας για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο δρόμος της μετάνοιας είναι πολύ κοντά σήμερα, αν συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας. Είναι ο δρόμος, στον οποίο οδηγούν τα ίδια τα δεδομένα της ζωής. Τα δεδομένα της απροκάλυπτης αμαρτίας, του ηθικού εκπεσμού και της πνευματικής ασυναρτησίας.
 Η ηθική και πνευματική κρίση της εποχής μας, η εξάπλωση και ο παροξυσμός της αμαρτίας δε σημαίνει καθόλου το θρίαμβο του κακού, αλλά μάλλον την έκφραση της απελπισμένης αγωνίας του. Το κακό δεν είναι θέση, αλλά άρνηση. Δεν είναι ύπαρξη, αλλ’ ανυπαρξία. Και αυτό το δοκιμάζει ο άνθρωπος εμπειρικά από τη διάσπαση και την αηδία, που δημιουργεί μέσα του το κακό. Και λυτρώνεται από το κακό προχωρώντας από την αίσθηση της διασπάσεως και της αηδίας στη γεύση της μετάνοιας που δεν είναι μια στιγμιαία πράξη, ούτε ακόμα μια πράξη επαναλαμβανόμενη σε τακτά ή έκτακτα χρονικά διαστήματα. Της μετάνοιας που είναι τρόπος ζωής. Γιατί η χριστιανική ζωή είναι ζωή μετάνοιας.
 

Γ. Μαντζαρίδης,
Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης