Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αλέξανδρος-Ανδρόνικος Μωραϊτίδης της Σκιάθου και του Αγίου Όρους

ζησε τὴν ζωή του καὶ ποτὲ δὲν ἐλησμόνησε πὼς ἦταν ἕνας παροδίτης καὶ ποτὲ δὲν πῆρε τὴν προσοχή του ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη πρόσκληση τοῦ κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νὰ καθαρίζῃ τὴν ψυχή του καὶ σιγὰ σιγὰ ἄρχισε νὰ ἀπαρνιέται τὰ ἐγκόσμια.
Τώρα πιὰ δὲν εἶναι ὁ λογοτέχνης ποὺ δούλευε τὸν τρόπο τῆς ἔκφρασής του. Εἶναι ὁ πιστὸς ποὺ ἀναζητεῖ καὶ στὸν λόγο του μιὰ πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ὁ τεχνίτης τοῦ λόγου μὲ τὸν πιστό. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ ἄλλα βιβλία καὶ ἄρθρα του, ὁ καημός του εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ τόμος τῶν 400 σελίδων ποὺ μὲ πλούσια σχόλια ἀφιέρωσε στὶς ὁμιλίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὶς ἀφιερωμένες στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ, καθὼς καὶ στὰ ἀφιερωμένα στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο (Ναζιανζηνό), «Παρθενίας ἐγκώμιον» κ.ἄ.. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες μελέτες του καὶ ἀγκιστρώνεται στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ σὲ ὕμνους πρὸς τὸν Δημιουργό. Στὴν ἄκρη ἡ κλασσικὴ φιλολογία, ὅπου τὸ πᾶν εἶναι ἐνσυνείδητο, τὸ πᾶν ὑποβάλλεται κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς λογικῆς. Τὸν ἐνδιαφέρει ὁ θρησκευτικὸς ὕμνος, τὸ θυμίαμα, ἡ προσευχή, τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, ἡ «εἰς Κύριον ἀποδημία». Δυστυχῶς, ὁ θησαυρὸς τῶν ἔργων του, παράδεισος σωστός, ἔμεινε ἀθέατος ἀπὸ τοὺς πολλούς.
Ὡς καθηγητὴς στὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει ὑποχρεωτικὰ στὴν Ἀθήνα. Ἡ μόνη ἀπόλαυσή του εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται τὰ σκιαθίτικα καράβια στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Πατώντας τὴν κουβέρτα τῶν καραβιῶν τῆς πατρίδας του, ἔχει τὴν συναίσθηση πὼς πατεῖ τὰ ἀγαπημένα χώματά της. Ἔτσι «Τοῦ βοριᾶ τὰ κύματα», ποὺ ἔγινε καὶ τίτλος τοῦ βιβλίου του, τοῦ φέρνουν τὰ χαιρετίσματα ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του νησί.
Τὸ 1900 φεύγει ἀπὸ τὴν δημόσια ὑπηρεσία. Στὴν οὐσία παύθηκε ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν χρήματα νὰ πληρωθῇ. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ παντρεύτηκε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη, ποὺ τὴν γνώρισε στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Τὴν βαθειά του πίστη τὴν μεταβίβασε καὶ στὴν γυναίκα του, ποὺ μαζί της πρὶν ἀκόμα παντρευτοῦν, γύριζαν μαζὶ στὶς ἐκκλησίες. Κι ὅταν παντρεύτηκαν στὸ σπίτι τους ἔβαλαν εἰκόνες καὶ κεριά, προσεύχονταν μαζί, ἔψελναν τὸν ἑσπερινό. Κάποτε μιὰ γριὰ Σκιαθίτισσα πῆγε στὴν Αἰδηψὸ γιὰ νὰ κάνῃ λουτρά. Ἔμαθε πὼς ἦταν ἐκεῖ ὁ κυρ-Ἀλέκος μὲ τὴν γυναίκα του, νιόπαντροι, καὶ πῆγε νὰ τοὺς δῇ. Τοὺς βρῆκε νὰ κάθονται στὸ δωμάτιο ποὺ εἶχαν νοικιάσει τὴν ὥρα ποὺ ἔψελναν ἑσπερινό. Ξαφνιασμένη τοὺς ρώτησε: «Ὁσπιτεύετε ἢ καλογερεύετε;».
Λένε πὼς δὲν εἶχαν ἄλλο δεσμὸ μεταξύ τους ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶχαν συναναστροφὲς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Μωραϊτίδης γλιστροῦσε ἀθόρυβα καὶ βιαστικὰ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ τὴν ἀπεριποίητη βιβλική του γενειάδα, γιὰ νὰ γίνη ἄφαντος νὰ χωθῇ γρήγορα στὸ ἱερὸ τοῦ σπιτιοῦ του μὲ τὰ μανουάλια καὶ τὰ ψαλτήρια, ὅπου ἱερουργοῦσε σὰν παπᾶς σὲ ἐρημοκκλήσι. Καὶ ἡ ἀγαπημένη του γυναίκα δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ταπεινὴ ἐκκλησάρισσα στὸν μικρὸ ἐκεῖνο καὶ παράδοξο ναό. Τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχε ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανασία.
Ὁ θάνατος τῆς συμβίας του
Δὲν κράτησε ὅμως πολὺ ἡ συμβίωσή τους ἐκείνη. Ἡ γυναίκα του, μοναχὴ Ἀθανασία, πεθαίνει καὶ αὐτὸ τὸν βυθίζει σὲ μεγάλο πένθος καὶ σὲ μεγαλύτερη σιωπή.
Σὲ μιὰ ἐπιστολή του μὲ ἡμερομηνία 30-10-1915, ἀπὸ τὴν Σκιάθο πρὸς τὴν Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὴν Θεοδώρα, μὲ τὴν ὁποία συνδέθηκε πνευματικά, θὰ γράψῃ ἀναφερόμενος στὸν θάνατο τῆς συζύγου του:
«Ὁ θάνατός της ὑπῆρξε κοίμησις, ἐλαφρὰ μετάστασις ἀπὸ μίαν ζωὴν εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν μοῦ λέγεις, πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολαύσω ἐγὼ αὐτὸ τὸ μακάριον τέλος; Διαβάζω ὡσὰν νὰ ἔχω στάδιον ἐμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε καὶ σκέψεις διαφόρους. Κι ἐκεῖ ὁποὺ διαβάζω, π.χ. πόσα ἔτη ταλαίπωροι σᾶς μένουν; Τί προσμένετε; Ἡ ζωή μας εἶναι 70 ἢ 80 τὸ πολὺ ἔτη. Τότε ἑξαφνιάζομαι ὡσὰν ἑξαφνιάζεται ἕνας εἰς τὸν ὕπνον του ἀπὸ ἕνα ράπισμα κατ᾿ ὄναρ.
Ἑξαφνιάζομαι καὶ βλέπω ὅτι 5 χρόνια μοῦ μένουν, ἂν μοῦ μένουν καὶ αὐτά. Καὶ μένω ἄναυδος. Ἀλλ᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμνω; Νὰ μένω ἄναυδος; Πρέπει νὰ τρέξω, νὰ ἀρράξω εἰς ἕνα ἥσυχον λιμένα ὅπου τα 5 αὐτὰ χρόνια νὰ ἐπισκευάσω τὸ καράβι μου νὰ τὸ ἔχω ἕτοιμον διὰ τὸ ταξείδι τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὁ νοῶν νοείτω....»
Σὲ ἄλλο ὀκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα τῶν Χριστουγέννων 1915.
Ἀγαπητὴ ἐν Χριστῷ ἀδελφὴ κυρία Θεοδώρα.
...Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεσθε διὰ τὴν ἀδυναμίαν μου τὴν σωματικήν, διότι τὸ πένθος ὡς εἶπας ἦτο, ναὶ ἦτο βαρύτατον. Καὶ μόνον ὁ θάνατος θὰ τὸ ἐξαλείψῃ μὲ σπαραγμόν. Βιάζομαι νὰ χωνεύω τὴν θλίψιν, καὶ αὐτὸ φαίνεται βλάπτει σωματικῶς· εἶναι ὅμως τώρα πολὺ ἐλαφρότερον, καὶ νὰ σοῦ τὸ παραστήσω κάπως αἰσθητῶς, φαντάζομαι ὅτι ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ».
Τὸ 1907 ἐπισκέπτεται τὸ Μέγα Σπήλαιο. Ἐκεῖ πέφτει καὶ χτυπᾶ τὸ πόδι του. Ὑποχρεώνεται ἀπὸ αὐτὸ νὰ μείνῃ ἀκίνητος ὡς τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1908 στὴν κλινικὴ καὶ στὸ σπίτι του στὴν Σκιάθο. Οἱ συνθῆκες διαβίωσής του εἶναι τραγικές. Τὶς ἀπαριθμεῖ σὲ ἐπιστολές του πρὸς τὴν ἴδια Ἡγουμένη μὲ ἡμερομηνίες 8 καὶ 11-10-1916.
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου καὶ περιπόθητος ἀδελφὴ ἐν Χριστῷ.
Θύελλα καὶ ἀστραπαὶ καὶ κακοκαιρίαι καὶ βρονταί· ἡ στέγη τοῦ κελλίου μου σείεται διότι εἶναι ὑπὸ τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ ἐν τῇ κορυφῇ τῆς πόλεως. Εἶναι 8 ἡ ὥρα περίπου τὸ βράδυ· μοῦ ἔφεραν τὸ κατσαρολάκι μὲ ζωμὸν ἀπὸ πικραλίδας, οὕτω λέγουν ἐδῶ τα ραδίκια τοῦ βουνοῦ. Τὰ παράθυρα φεγγοβολοῦν ἀπὸ τὰς ἀστραπάς. Ἤρχισε βροχή. Καὶ ὡς φαίνεται θὰ διαρκέσῃ ὄχι μόνο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ καιρὸς εἶναι νότιος θερμός. Ὅταν εἶναι κρύο καὶ βορρᾶς, καταβαίνω κάτω εἰς ἓν δωμάτιον (ὅπου καὶ κοιμῶμαι τώρα), τὸ ὁποῖον εἶναι σωστὸν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον ἀπὸ τὴν κανδήλαν τῶν ἁγίων.
Ἐψάλαμεν ἀπόψε τὸν ἑσπερινὸν τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔφερα μαζί μου καθὼς καὶ πέρυσι τὴν ἁγίαν εἰκόνα των καὶ τὴν ἐστόλισα μὲ ὡραῖα λουλούδια, κρίνα τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ τροπάριον, πάλλευκα καὶ κάτι ἄλλα τῆς ἐποχῆς χρῶμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν ἐδῶ. Θαῦμα τῶν ὁσίων. Διότι χωρὶς νὰ τὰ παραγγείλω, χωρὶς ἄλλην φορὰν νὰ μοῦ φέρουν, ἄγνωστος γυναίκα μοῦ τὰ ἔφερε χθὲς βράδυ ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μοῦ τὰ ἔδωσε, λέγει, ἡ ἀδελφή σου, ὄχι αὐτὴ ποὺ συγκατοικῶ, ἀλλ᾿ ἄλλη ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει πὼς ἔχω τὴν πανήγυριν καὶ τὴν εἰκόνα τῶν ὁσίων προφανῶς. Καὶ εἶναι κρίνα λευκὰ ποὺ εἰς τὸ χωρίον δὲν ἔχει κανείς. Καὶ ἦσαν πολλὰ κρίνα καὶ εὐωδίαζαν. Ἂν προφθάσω θὰ θέσω μέσα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν ἁγίαν εἰκόνα.
Τὸ μεσημέρι μετὰ τὸ φαγητὸν μόνος μου ἔπλεξα τὸ στέφανον καὶ εἰς τὰς 4 περίπου τὸ ἐπῆγα εἰς τὴν ἐκκλησίαν μετὰ τῆς εἰκόνος καὶ τὴν ἐτοποθέτησα καταλλήλως. Ὁ ἑσπερινὸς διήρκεσε 1,30 ὥρα· μέγας ἑσπερινός. Ἂν ὑπῆρχε ἀλεύρι θὰ ἔκαμνα ἀρτοκλασίαν, ἀλλὰ εἶναι νηστικοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ περιμένουν αὔριον τὸ ἀτμόπλοιον. Τώρα ὅπου γράφω οἰκονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον μὲ παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οἱ ὅσιοι!»
Καὶ ἡ δεύτερη ἐπιστολή:
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1916
Στεροῦμαι χειμερινοῦ οἰκήματος. Κοιμοῦμαι τώρα εἰς ὑγρὸν σπηλαιῶδες δωμάτιον καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ βλάπτει πολὺ ἡ ὑγρασία.
Πῶς ἐβάσταζαν οἱ Ὅσιοι εἰς τοὺς λάκους; Αὐτοὺς συλλογίζομαι καὶ ὁ νοῦς μου σαλεύεται. Διὰ νὰ ἵσταμαι ὀλίγον, διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν καταγμάτων συνήθισα εἰς τὸ καθῆσθαι ἀείποτε, ἐπενόησα ἕναν κρεμαστήρα ὅπου τὸν ἔχω διὰ νὰ γυμνάζω τὴν θραυσμένην μου δεξιὰν - τρία χρόνια παρημέλησα τώρα καὶ αἰσθάνομαι βάρος ὕποπτον καὶ ὡς ρευματικόν. Λοιπὸν κρεμῶμαι καὶ λέγω τὸ μεσονύκτιον, τὸν Ἑξάψαλμον, τὰς Ὠδὰς καὶ ὅσα γνωρίζω ἀπὸ στήθους...».
Ἡ βράβευσή του
Τὸ 1928 ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸν ἀνακηρύσσει ὁμόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ὁ Μωραϊτίδης οὔτε ποὺ πῆγε νὰ παραστῇ στὴν ἐκλογή του. Ἀρκέστηκε σὲ μιὰ εὐχαριστήρια ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας.
Ζοῦσε ἀποσυρμένος, παντελῶς ξένος πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὁ ἀσκητισμός του ἦταν αὐστηρός. Συγγένευε μὲ ἐκείνων τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν. Ἡ χριστιανικὴ ταπείνωση δὲν ἦταν ἄδεια λέξη γι᾿ αὐτόν. Τὴν εἶχε ντυθῆ κατάσαρκα ἡ ψυχή του. Καταδίκασε στὴν ψυχή του τὴν ἐγκόσμια ζωὴ γιὰ νὰ βρῇ λύτρωση στὴν σιωπὴ τῆς ἔκστασης, στὴν οὐρανοπολιτεία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θὰ ἀντάμωνε Ἐκεῖνον. Διψοῦσε γιὰ ἀλήθεια ἐσωτερική. Ἄκουε τὴν φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Μάρθα ὅτι: «ἑνός ἐστι χρεία». Ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, παίρνει τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάζεται Ἀνδρόνικος. Γιὰ μιὰ ἁπλὴ ἀλλαγὴ ρούχων πρόκειται, γιατὶ ὁ Μωραϊτίδης δὲν ἔγινε τότε μοναχός, ἦταν μοναχὸς καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναφέρονται στὰ πιὸ αὐστηρὰ μοναστήρια. Ἁπλὰ ἔδωσε τὴν ἐξωτερικὴ φόρμα στὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του.
Ἡ κουρά του ἔγινε στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Σκιάθου. Μὲ μεγάλη χαρὰ ντύθηκε τὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα» γιὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα γράμμα του ποὺ ἔστειλε λίγες μέρες ἀργότερα σὲ μιὰ εὐλαβικὴ κυρία τῶν Ἀθηνῶν καὶ δημοσιεύθηκε στὴν «Ἑστία», νομίζει κανεὶς πὼς εἶναι γραμμένο ἀπὸ καθολικὴ παρθένα δεκατεσσάρων ἐτῶν, ποὺ ἔκαμε τὴν πρώτη μετάληψή της καὶ διηγεῖται σὲ μιὰ φιλενάδα της τὴν χερουβικὴ τελετή. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μωραϊτίδης μὲ ἕνα παρθενικὸ ὕφος μιλάει γιὰ τὰ ράσα του, ποὺ τοῦ στέκανε ὡραία, γιὰ τὶς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας, ποὺ σήμαιναν χαρμόσυνα, γιὰ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἐκκλησιάσματος, ποὺ δὲν χόρταιναν νὰ τὸν καμαρώνουν μέσα στὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα».
Καὶ στὴν παραπάνω Ἡγουμένη Θεοδώρα θὰ γράψῃ στὶς 16-9-1929:
«Σήμερον εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος...».
Ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρόνικου-Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦρθε στὶς 25 Ὀκτωβρίου 1929. Πέθανε σὰν τὸν Τολστόϊ σὲ ἕνα μοναστήρι. Μιὰ καλόγρια τοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Ἔτσι πέρασε στὴν γαλήνη τῆς αἰωνιότητας «εἰς προϋπάντησιν τοῦ Σωτῆρος», ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε.

Πηγή: Ιερέας της Ανατολικής Εκκλησίας
πηγή