Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ο ΕΘΝΟΪΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄ (1745-1821).

grigoriosE
Σιδηρᾶ Ἐλ.Ἰωάννη
 Ἐκκλησιαστικοῦ Νομικοῦ- Θεολόγου-Ἱστορικοῦ

Στίς 10 Απριλίου συμπληρώθηκαν 122 ἔτη ἀπό τήν ἀποφράδα ἡμέρα τοῦ μαρτυρικοῦ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1821).

Ὁ ἐθνοϊερομάρτυς Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἐγεννήθη τό ἔτος 1745 στην κωμόπολη Δημητσάνα τῆς Ἀρκαδίας. Ὁ πατέρας του ὠνομάζετο Ἰωάννης Ἀγγελόπουλος, καί ἡ μητέρα του Ἀσημίνα, τό γένος Παναγιωτοπούλου. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦτο Γεώργιος Ἀγγελόπουλος.
Τά πρῶτα γράμματα ἐξέμαθε στήν ἰδαιτέρα πατρίδα του, πλησίον τοῦ θείου καί ἀναδόχου του, ἱερομονάχου Μελετίου. Τό ἔτος 1765, ἤδη εἰκοσαετής, ἀνεχώρησε ἀπό τήν Δημητσάνα μαζί μέ τόν διδάσκαλό του, ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Ρουσόπουλο. Εἰς τάς  Ἀθήνας ἐπί δύο ἔτη ὑπῆρξε μαθητής τοῦ πολυμαθοῦς διδασκάλου Δημητρίου Βόδα. Κατά τό ἔτος 1767 ἀνεχώρησε ἀπό τάς Ἀθήνας καί μετέβη εἰς τήν Σμύρνη  ὅπου συνήντησε τόν θεῖο του, ἱερομόναχο Μελέτιο, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε τότε ὡς ἐκκλησιάρχης στόν μητροπολιτικό ναό. Εἰς τήν Σμύρνη παρέμεινε ἀρκετά καί παρηκολούθησε μαθήματα στήν περίφημη ὀρθόδοξη Εὐαγγελική Σχολή τῆς πόλεως.
Στή συνέχεια μετέβη σέ κάποιο μονίδριο τῶν Στροφάδων, ὅπου μετά ἀπό μικρά παραμονή ἐνεδύθη τό μοναχικό σχῆμα καί μετωνομάσθη Γρηγόριος. Ἀπό ἐκεῖ ἀπῆλθε εἰς τήν νῆσο Πάτμο ὅπου ἐμαθήτευσε πλησίον τοῦ Δανιήλ Κεραμέως.
Ὁ τότε μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, ὁ ὁποῖος εἶχε γνωρίσει τόν νεαρό Γρηγόριο κατά τήν προηγούμενη παραμονή του εἰς τήν Σμύρνη, ὅταν ἐπληροφορήθη τήν ἄρτια μόρφωση καί παιδεία του, ἐκάλεσε ἐκ νέου τόν Γρηγόριο στήν Σμύρνη γιά νά τόν κρατήσει πλησίον  του. Τοῦ ἀπένειμε μάλιστα τό οφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.
Ἔτσι ὁ μέλλων πατριάρχης Γρηγόριος ἐγκατεστάθη εἰς τήν Σμύρνη, ὅπου τό 1770 προσεκάλεσε καί τούς γηραιούς γονεῖς του, τόν ἀδελφό του Παναγιώτη καί τίς δύο ἀδελφές του Ἄννα καί Ἐξακουστή.
Τό ἔτος 1784 ὁ Σμύρνης Προκόπιος ἐξελέγη Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Τό πρῶτο ἔργο του ἦτο νά προτείνει εἰς τήν πατριαρχική σύνοδο τήν ἐκλογή τοῦ Γρηγορίου ὡς διαδόχου του στόν μητροπολιτικό θρόνο τῆς Σμύρνης. Ἡ πρόταση αὐτή ἐνεκρίθη διά κοινῆς ψήφου ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο καί ὁ Γρηγόριος ἀφοῦ ἐκλήθη εἰς τήν Κωνσταντινούπολη, ἐχειροτονήθη Μητροπολίτης  Σμύρνης.
Ἐπί δεκατρία συναπτά ἔτη ὁ Γρηγόριος ἐμητροπολίτευσε  στήν πρωτεύουσα τῆς Ἰωνίας. Τό ἔτος 1793, ἐπί πατριάρχου Γερασίμου τοῦ Γ΄, μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί ἔλαβε μέρος στίς ἐργασίες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὕστερα ἀπό λίγο παρῃτήθη ὁ πατριάρχης Γεράσιμος καί μέ ψῆφο κοινή καί ἀπόφαση συνοδική ἐκλήθη στόν οἰκουμενικό θρόνο ὑπό τό ὄνομα Γρηγόριος ὁ Ε΄.
Ὡς Γενάρχης, Ἐθνάρχης καί Ἀρχηγός τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ὁ Γρηγόριος ἐπεδίωξε τήν κανονική διοίκηση τῶν ἐκκλησιών, ἀπηγόρευσε νά χειροτονοῦνται ἀνάξιοι ἀρχιερεῖς ἤ ἱερεῖς, περιώρισε τήν ἀνάμιξη τῶν κληρικῶν σέ κοσμικές ὑποθέσεις, ἐξέδωσε περιοριστικές ἐγκυκλίους γιά τούς γάμους καί τά διαζύγια, εἰσήγαγε αὐστηρή τάξη στά ὑπό τήν δικαιοδοσία του μοναστήρια, ἀνήγειρε καί ἀνεκαίνισε πολλές ἐκκλησίες καί γενικῶς ἔθεσε τά θεμέλια γιά τήν ἀρτιότερη ὀργάνωση καί διοίκηση τῶν ὑποθέσεων τῆς Μητρός Ἐκκλησίας.
Ἀλλά ἡ εὐθύτητα καί αὐστηρότητα τοῦ Γρηγορίου δέν ἦτο δυνατόν νά μήν προκαλέσουν ἀντιδράσεις. Τότε εἰς τήν Κωνσταντινούπολη εἶχον ἐγκατασταθεῖ ἄνευ λόγου καί ἀντικανονικώς πολλοί ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγκαταλείψει τό ποίμνιο τῶν μητροπόλεών τους. Ὁ πατριάρχης Γρηγόριος διέταξε τήν ἄμεση ἐπάνοδό τους στις μητροπολιτικές τους ἕδρες, ἀλλά εὑρέθη ἀντιμέτωπος μέ τήν πρωτοφανῆ καί ἀνοίκεια ἀντίδρασή τους. Τότε ὁ Γρηγόριος ἐσυκοφαντήθη στήν Ὑψηλή Πύλη ὡς δῆθεν ἄνθρωπος βίαιος καί ἀνίκανος νά διατηρήσει ὑποτεταγμένους τούς λαούς τοῦ Σουλτάνου. Ἔτσι ἀπεμακρύνθη ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο καί ἐξωρίσθη στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ἐφιλοξενήθη στήν Ἱερά Μονή Ἰβήρων ἐπί ἕξ ἔτη.
Κατά τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1806, ὅταν παρῃτήθη ὁ πατριάρχης Καλλίνικος, ὁ Γρηγόριος ἀνεκλήθη ἀπό τήν ἐξορία του καί ἀνῆλθε γιά δεύτερη φορά στόν Οἰκουμενικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλά καί πάλι οἱ ἄτιμοι ἐχθροί του τόν ἐσυκοφάντησαν στήν Ὑψηλή Πύλη, ὁπότε, τό ἔτος 1808, ἐπαύθη γιά δεύτερη φορά ἀπό τον πατριαρχικό θρόνο μέ ἀπόφαση τοῦ Μεγάλου Βεζίρη, χωρίς κἄν νά τό γνωρίζει ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου.
Ὁ ἐκ δεύτερου ἔκπτωτος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος κατέφυγε ἀρχικά στήν νῆσο Πρίγκηπο γιά ὀλίγους μῆνες καί ἐν συνεχείᾳ στήν Ἱερά Μονή Ἰβήρων, ὅπου παρέμεινε γιά δέκα συναπτά ἔτη.
Τήν 13η Δεκεμβρίου τοῦ 1818, ὅταν παρῃτήθη ὁ μετέπειτα ἐθνοϊερομάρτυς Πατριάρχης Ἅγιος Κύριλλος ὁ Στ΄, ὁ Γρηγόριος ἀνεκλήθη καί πάλι ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος και ἐξελέγη γιά τρίτη φορά Οἰκουμενικός Πατριάρχης.
Ἀλλά εἶχε ἥδη ἀρχίσει νά ἔρχεται ἡ τρομερή καταιγίδα. Τά μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας προέτρεπαν τόν πατριάρχη Γρηγόριο νά παραιτηθεῖ γιά νά διαφύγει τόν κίνδυνο. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπαντοῦσε: «Ἐκεῖνος πού εἶναι μισθωτός, δέν εἶναι ἀληθής ποιμήν καί φεύγει. Γενηθήτω τό θέλημα τοῦ Κυρίου».
Ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ἐγνώριζε τήν ὕπαρξη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας καί προσευχόταν μυστικά νά καρποφορήσουν οἱ προσπάθειες αὐτῆς ὑπέρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ὑποδούλου γένους. Πολλές ὑπῆρξαν οἱ προσπάθειες τῶν ἐπιφανῶν μελῶν τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας νά σώσουν τόν Πατριάρχη, ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνούνταν νά ἐγκαταλείψει τό ποίμνιό του λέγοντας: «Ὀφείλομεν νά πράξωμεν ὅπως  ὁ Ἰησοῦς, νά θυσιασθῶμεν».
Τότε ἐζήτησαν νά σώσουν τόν Πατριάρχη μέ ἄλλον τρόπο. Ὁ μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος,  ἐπειδή θεωροῦσε τόν θάνατο τοῦ Πατριάρχου ὡς μέγα κακόν, πρότεινε νά φύγει ὁ Πατριάρχης στήν Πελοπόννησο γιά νά τεθεῖ  ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐπαναστάσεως.   Ὁ  Πατριάρχης  ἠρνήθη καί  πάλι τήν πρόταση λέγων: «Ἐγώ, ὡς κεφαλή τοῦ ἔθνους, κι ἐσεῖς οἱ συνοδικοί ἀρχιερεῖς ὀφείλομεν να ἀποθάνωμεν διά τήν κοινήν σωτηρίαν».
Καθ’ ὅλον τόν μῆνα Μάρτιο τοῦ 1821 ἀρχιερεῖς, ἀρχιμανδρίτες, μοναχοί, πρόκριτοι συνελαμβάνοντο, ἐφυλακίζοντο, ἐβασανίζοντο και ἐθανατώνοντο στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πατριάρχης ὅμως παρέμενε ἀτάραχος και πανέτοιμος γιά τήν μεγάλη θυσία.
Τήν ἑσπέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, 9 Απριλίου 1821, πέντε χιλιάδες περίπου ἄγριοι Ἀσιᾶτες στρατιῶτες διεσκορπίσθησαν σέ ὅλους τούς δρόμους τοῦ Φαναρίου, ἀλλά δέν ἐνοχλοῦσαν κανέναν. Ὁ Πατριάρχης, ἀτάραχος, κατῆλθε κατά τό μεσονύκτιο στόν πατριαρχικό ναό. Ἐτέλεσε τήν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, ἐμνημόνευσε ὅλους τούς κεκοιμημένους φίλους καί ἐχθρούς του, ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καί εὐλόγησε τό ποίμνιο πού συμμετεῖχε στην ἀναστάσιμη λειτουργία. Ἐδάκρυσε μόνο  κατά τήν στιγμή πού ἀσπάσθηκε τούς συλλειτουργούς αὐτοῦ ἀρχιερείς τοῦ Πατριαρχείου. Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας ἐδείπνησε μέ τήν Ἱερά Σύνοδο.
Τήν ἑπομένη τό πρωί, 10 Ἀπριλίου 1821, Κυριακή τοῦ Πάσχα, ἔφθασε στό Πατριαρχεῖο ἐκπρόσωπος τοῦ Σουλτάνου, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε τό διάταγμα τῆς  παύσεως τοῦ Γρηγορίου ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τό διάταγμα ὥριζε ὡς τόπον ἐξορίας τοῦ Πατριάρχου τήν Χαλκηδόνα, ἀλλά ἡ σπεῖρα τῶν ἄγριων φανατικῶν περιεκύκλωσαν τόν  Πατριάρχη καί τόν ὡδήγησαν σέ φρικτή φυλακή. Ἀπό ἐκεῖ μέ μικρό πλοιάριο ὡδηγήθη στήν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου, ὅπου πλῆθος Ὀθωμανῶν ἐνόπλων ἀνέμενε τό ἀθῶο θῦμά του. Ὁ Ἐθνάρχης τοῦ γένους μας βάδιζε μέ τά χέρια του δεμένα πρός τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου. «Ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν» ὡδηγεῖτο στό μαρτύριο.
Ἡ ἀγχόνη στήθηκε στήν κεντρική – μία ἐκ τῶν τριῶν – πύλη τῶν Πατριαρχείων. Ὁ βάρβαρος ἀρχηγός τῆς σουλτανικῆς φρουρᾶς πλησίασε τόν ἐθνομάρτυρα καί ἐκράγαυσε: «Κακοῦργε, δέν εἶσαι ἐσύ πού  διέφθειρες τούς ὑπόδουλους λαούς τοῦ Σουλτάνου; Δέν εἶσαι ἐσύ πού ὤθησες τούς ἄπιστους ὑπηκόους  στήν ἀποστασία; Δέν εἶσαι ἐσύ, σκῦλε ἀκάθαρτε, πού διέπραξες ὅλες αὐτές τίς προδοσίες; Τώρα ἡ ἀμοιβή σου εἶναι ἡ κρεμάλα». Σέ   λίγο ὁ ὕπατος γενάρχης καί  ἐθνάρχης τῶν Ρωμιῶν ἐκρέμετο ὡς  ὁ ἔσχατος τῶν κακούργων .
Τό σῶμα τοῦ νεκροῦ  Πατριάρχου παρέμεινε ἐπί τῆς  ἀγχόνης ἐπί τρεῖς ἡμέρας πρός ἐμπαιγμόν τῆς τριημέρου  ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Ἀπό ἐκεῖ ἐπέρασαν νά δοῦν τόν κρεμάμενο Πατριάρχη ὁ Μέγας Βεζίρης, ἀλλά καί ὁ ίδιος ὁ Σουλτᾶνος μεταμφιεσμένος. Ὁ νέος πατριάρχης Εὐγένιος  κατέβαλε πολλές προσπάθειες νά ἐξαγοράσει τό λείψανο τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά τοῦτο κατέστη ἀδύνατον,  ἐπειδή ὁ Σουλτᾶνος εἶχε ἀποφασίσει  νά ριφθεῖ τό σῶμα εἰς τήν θάλασσα.
Τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος οἱ δήμιοι ἀπεκρέμασαν τόν Πατριάρχη καί παρέδωσαν τό σῶμα του στούς Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι ἔδεσαν τούς πόδας τοῦ νεκροῦ Πατριάρχου καί ἔσυραν αὐτόν μέ ὕβρεις και βλασφημίες στίς ὁδούς τοῦ Φαναρίου, ἀπό τό Πατριαρχεῖο μέχρι τήν ἀκτή. Τό σῶμα τοῦ Πατριάρχου ἐρρίφθη τελικώς στά ὕδατα τοῦ Κερατίου κόλπου.
Τέσσερις ἡμέρες παρῆλθαν καί τήν πέμπτη τό σῶμα ἀνεφάνη καί πάλι στήν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης, πρός τόν Γαλατᾶ, ὅπου ὁ πλοίαρχος  τοῦ κεφαλληνιακοῦ πλοίου «Ἅγιος  Νικόλαος» Μαρής Σκλάβος ἀνέσυρε τό σῶμα καί ἐκάλεσε γιά τήν ἀναγνώριση τόν πρωτοσύγκελλο τῶν Πατριαρχείων. Ὁ πρωτοσύγκελλος ἀνεγνώρισε τον νεκρό Πατριάρχη και ἐν συνεχείᾳ τό  σῶμα του ετάφη μέ αὐτοκρατορικές τιμές ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας  Τριάδος, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στήν ἑλληνική κοινότητα. Τόν ἐπικήδειο ἐξεφώνησε ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων.
Τό σκήνωμα τοῦ ἐθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’ μετεφέρθη τό ἔτος 1871 στήν Ἀθήνα καί ἐναπετέθη μέ τιμές στόν Μητροπολιτικό ναό τῶν  Ἀθηνῶν, μέσα σέ μεγαλοπρεπῆ λάρνακα, ὅπου εὑρίσκεται μέχρι καί σήμερα. Ἡ δέ Ἱερά Σύνοδος ἀποτελουμένη ἀπό εἴκοσι πέντε ὀρθοδόξους ἀρχιερείς εἰς τάς  Ἀθήνας, κατά τήν 10η Ἀπριλίου τοῦ 1921, ἀνεγνώρισε τόν Γρηγόριο Ε΄ ὡς ἅγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὥρισε νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη του τήν 10η Απριλίου.