Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

«Δεν θέλω να βλέπω ανθρώπους συχνά, διότι μου φεύγουν ο Χριστός και οι Άγγελοι μου»


ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΡΥΦΩΝ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ († 1978) : Μία ακόμη μεγάλη ασκητική μορφή του Αγίου Όρους, που έζησε σε μεγάλα μέτρα αρετής και αυταπάρνησης.

~ Τόν μοναχόν αὐτόν δέν εὐτυχήσαμε νά τόν γνωρίσουμε προσωπικά. Κατά τίς συχνές μας ἐπισκέψεις στόν ἀσκητή Γέροντα Παϊσιο, κατά πρῶτα νεανικά μας χρόνια, ἀκούσαμε θαυμαστές ἱστορίες καί ἀσκητικά παλαίσματα γι᾿ αὐτόν τόν ἐραστή τοῦ Θεοῦ.
Εἶχε ἀκούσει γι᾿ αὐτόν ὁ μακαριστός τώρα Γέρο-Παΐσιος καί τόν εἶχε ἐπισκεφθῆ. Ἀπ᾿ αὐτόν λοιπόν ἐμάθαμε κι ἐμεῖς γιά τήν ἀσκητική του ζωή ἐδῶ στόν ῾Ιερόν Τόπον τῆς Παρθένου Μαρίας.
Θεωρήσαμε ἀναγκαῖο νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅσα μᾶς εἶπε γι᾿ αὐτό τό πετεινό τοῦ οὐρανοῦ ὁ Γερο-Παΐσιος γιά νά μή ἁρπαχθοῦν τά τόσα ψυχωφελῆ ἀσκητικά του κατορθώματα ἀπό τήν μανία τοῦ πανδαμάτορος χρόνου καί ριφθοῦν στήν ἄβυσσο τῆς λήθης.
Γεννήθηκε στήν Ρουμανία. Ἀρχάς τοῦ αἰῶνος μας, ἦλθε στό ῞Αγιον ῎Ορος, μαζί μέ ἄλλους συμπατριῶτες του. Ἐγκατεστάθηκε στά κελλιά τῆς Καψάλας, τῆς ἐρημικῆς περιοχῆς πού ἐκτείνεται μεταξύ τῶν Μονῶν Παντοκράτορος καί Σταυρονικήτα. Ἐκεῖ ἔζησε περί τά 40 χρόνια, τελείως μόνος του, δηλαδή χωρίς συνοδεία καί τήν βοήθεια κάποιου ὑποτακτικοῦ. Ἐκοιμήθη τό Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1978.
Ο Γέρων Τρύφων, συνέχισε νά λέγῃ ὁ π. Παῒσιος, εἶχε τελείαν ἐγκατάλειψι καί περιφρόνησι πρός τόν ἑαυτό του. Ἐπί 20 χρόνια ἐφοροῦσε μόνο ἕνα ζωστικό, ἕνα ράσο, ἕνα σκοῦφο καί ἕνα παντελόνι. ῎Επλενε τό παντελόνι, καί ἐσκέπαζε τήν γυμνότητά του μέ τό ζωστικό του. ῎Επλενε τό ζωστικό του καί ἔμενε μέ τό παντελόνι.῞Οταν ἔκανε πολύ κρύο ἤ ἔβρεχε πολύ, δέν ἔπλενε τό παντελόνι του, διότι ἦτο ἀδύνατο σέ λίγες ὧρες νά στεγνώσῃ. ῎Ετσι τό φοροῦσε ἐπί μῆνες, παρότι ἐμύριζε ἀπό ἀκαθαρσία. ῾Υπέφερε μέ Ἰώβειο ὑπομονή, ὅλες τίς στερήσεις στήν ζωή του, γιά τήν ἀπόκτησι τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν.
Στά τελευταῖα 20 χρόνια του, τυφλώθηκε σχεδόν τελείως καί ἀπό τά δύο του μάτια. Δέν δέχθηκε ὅμως νά γηροκομηθῇ καί ἐξυπηρετηθῇ ἀπό καμμία Καλύβη ἤ Μοναστήρι. Τό Καλυβάκι του ἦτο κτισμένο μέ πλίθους καί γιά στέγη εἶχε τσίγκους. Ἐκεῖ μέσα ζοῦσε ὡσάν ἐξόριστος μή ἔχοντας σχέσεις, γνωριμίες καί συναντήσεις μέ ἄλλους ἁγιορεῖτες Πατέρες. Ἐκεῖ ζοῦσε τίς οὐράνιες ἐπισκέψεις τῶν ῾Αγίων, καί ροφοῦσε σάν τήν μέλισσα τό μέλι τῆς ἡσυχίας καί τῶν ἀρετῶν. Ἐπί 40 χρόνια ἐπάλεψε μέ τήν σάρκα, τόν διάβολο καί τά πάθη του, καί ἐξῆλθε νικητής. ῾Ο Χριστός τόν ἐχαρίτωσε, τοῦ ἔδωσε χαρίσματα καί ἰδιαίτερα τό χάρισμα τῆς προσευχῆς καί τῆς ἀπαθείας. Δέν ἐνοιάζετο γιά τίποτα, παρά μόνο πῶς νά ἀπολαμβάνῃ τήν μετά τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνία. Ἀπό τήν στέγη ἔμπαιναν νερά, διότι εἶχαν σαπίσει οἱ τσίγκοι. Δέν ἐφρόντισε ὅμως ποτέ νά τούς ἀντικαταστήσῃ, διότι ἐν οὐρανοῖς εἶχε τόν νοῦν καί τό πολίτευμα.
Πολλές φορές ὁ μακαριστός π. Παῒσιος, τοῦ ἐπρότεινε νά τοῦ φτιάξῃ τήν στέγη του. Μάλιστα κάποτε τόν ἐρώτησε:
-Ποῦ κοιμᾶσαι εὐλογημένε, ὅταν ἔρχεται κακοκαιρία καί βροχές;
-Δέν πειράζει ἡ βροχή τόν γέρο-Τρύφωνα. ῞Οταν στάζῃ ἀπό τήν μιά πλευρά, κοιμᾶμαι ἀπό τήν ἄλλη. Δέν χρειάζεται νά μοῦ φτιάξῃς τίποτα. Καλά εἶναι ἔτσι. ῎Αχ, ἀλλοίμονό μου, στόν Οὐρανό ἐφρόντισα νά φτιάξω τήν Καλύβη μου;
Δίπλα καί ἔξω ἀπό τό Καλυβάκι του, εἶχε ἀνοίξει ἕνα λάκκο γιά νά μαζεύῃ ἐκεῖ τά βρόχινα νερά. ῾Οπότε ὁ π. Παῒσιος, τόν ἐρώτησε μίαν ἡμέρα:
-Γέρο-Τρύφων θά πέσῃς καμμιά ἡμέρα μέσα σ᾿ αὐτό τό πηγάδι, ὅταν πᾶς νά βγάλῃς νερό, ἐφ᾿ ὅσον δέν βλέπεις καλά. ῎Αν πέσῃς μέσα, μετά ποιός θά σέ βγάλῃ;
-Ο Θεός δέν ἀφήνει τόν Τρύφωνα νά πέσῃ στό πηγάδι. ῎Αν πέσω μέσα, θά μέ βγάλῃ ἔξω ὁ Θεός.
Εἶχε παραδώσει τελείως τήν ζωήν του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Δέν τόν ἀπασχολοῦσε τίποτα τό ἐπίγειο. Συνεχῶς ἐμνημόνευε τόν θάνατο, τά βάσανα τῆς κολάσεως, τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά τοῦ ἀπορροφοῦσαν τόν νοῦν καί τήν καρδιά καί τοῦ ἔφερναν πολλά δάκρυα στά μάτια του.
Ο παπᾶ-Ξενοφῶν, Ρουμᾶνος ἀσκητής γείτονάς του, πολλές φορές τόν παρακαλοῦσε, νά ἔλθῃ στό κελλί του νά μένουν μαζί γιά νά τόν βοηθήσῃ. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπαντοῦσε:
-Ο Γέρο-Τρύφων, παπᾶ-Ξενοφῶν, ἄφησε γονεῖς, ἀδέλφια πατρίδα, συγγενεῖς, φίλους, ἄφησε τόν κόσμο καί ἔγινε Μοναχός. ῞Ολα αὐτά τά ἄφησε για νά τόν οἰκονομήσῃ ὁ παπᾶ-Ξενοφῶν, ἤ ὁ Θεός; ῎Οχι, ὁ Τρύφων δέν δέχεται οἰκονομίες. Θά μείνῃ στό Κελλί του μέχρι τόν θάνατόν του.
-Μπορῶ νά ἔρχωμαι νά σέ βλέπω; Νά σοῦ φέρνω ψωμί, ἐλιές, χόρτα βραστά καί παξιμάδι;
-Νά ἔρχεσαι, ὄχι γιά πολλή ὥρα. Λίγο καί μετά νά φεύγῃς. Μία φορά στίς δύο ἑβδομάδες νά ἔρχεσαι. Δέν θέλω νά βλέπω ἀνθρώπους συχνά, διότι μοῦ φεύγουν ὁ Χριστός καί οἱ ῎Αγγελοί μου.
Ο π. Παῒσιος τόν ἐρώτησε:
-Όταν δέν ἔρχεται ὁ παπᾶ-Ξενοφῶν νά σοῦ φέρῃ λίγο φαγητό, τότε ἐσύ τί τρώγεις;
-Ἐγώ εἶμαι προβατίνα. Τρώγω χόρτα. Σκύβω κάτω καί τρώγω.
Εἶχε τόση ταπείνωσι καί περιφρόνησι στό σῶμα του, ὡσάν νά μιλοῦσε γιά κάποιου ἄλλου τό σῶμα καί τήν ζωή.
Η ἀδιάλειπτη προσευχή τόν ἀνεβίβαζε σέ δυσθεώρητα ὕψη. Τό πρόσωπό του ποτέ δέν ἦτο τό ἴδιο. Πάντοτε ἐδέχετο ἀλλοιώσεις καί προσετίθετο Χάρις ἐπάνω στήν Χάρι.
Ἐπειδή ἔφθασε στήν μακαρία ἀπάθεια, ζοῦσε πλέον σάν μικρό παιδάκι, χωρίς πονηρία καί πολυπραγμοσύνη. Απλότης στήν ὁμιλία του, ἁπλότης στό περπάτημά του, στήν συμπεριφορά του, σ᾿ ὅλη τήν διαγωγή του.

῞Οταν κάποια φορά, λόγῳ ἐργασίας στό κῆπο του, φάνηκε μέρος τοῦ σώματός του, ἀμέριμνος ἐκουβέντιαζε μέ τόν π. Παῒσιο, χωρίς νά ντραπῇ. Οὔτε σκέφθηκε ὅτι θά μποροῦσε νά σκανδαλίσῃ τόν ἄλλον ἀδελφό. Σκέπασε τήν γυμνότητά του φυσιολογικά, ὡσαν νά μή συνέβαινε τίποτε..

από το βιβλίο: «Αγιορείτες Ρουμάνοι Μοναχοί» -Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτη
https://simeiakairwn.wordpress.com